Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠλέκτρινος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἠλέκτρῐνος Medium diacritics: ἠλέκτρινος Low diacritics: ηλέκτρινος Capitals: ΗΛΕΚΤΡΙΝΟΣ
Transliteration A: ēléktrinos Transliteration B: ēlektrinos Transliteration C: ilektrinos Beta Code: h)le/ktrinos

English (LSJ)

η, ον, Dor. ἀλ-,

   A made of ἤλεκτρον, Luc.VH1.20, Hld. 3.3.    II shining like it, ὕδωρ Call.Cer.29.

German (Pape)

[Seite 1159] dem Elektron ähnlich, wie Elektron glänzend; τὸ δ' ὥςτ' ἀλέκτρινον ὕδωρ ἐξ ἀμαρᾶν ἀνέθυε Callim. Cer. 29. – Aus Elektron gemacht, στήλη Luc. V. H. 1, 90; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἠλέκτρινος: -ον, κατεσκευασμένος ἐξ ἠλέκτρου, Λουκ. Ἀλ. Ἱστ. 1. 20. ΙΙ. λάμπων ὡς τὸ ἤλεκτρον, ὕδωρ Καλλ. εἰς Δήμ. 29.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
d’ambre.
Étymologie: ἤλεκτρον.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἠλέκτρινος και δωρ. ἀλέκτρινος, -η, -ον)
ο κατασκευασμένος από ήλεκτρο
αρχ.
ο όμοιος με ήλεκτρο, αυτός που λάμπει σαν το ήλεκτρο, λαμπερός, κεχριμπαρένιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήλεκτρο + κατάλ. -ινος (πρβλ. μάλλ-ινος, ξύλ-ινος)].

Greek Monotonic

ἠλέκτρινος: -ον, αυτός που είναι φτιαγμένος από ἤλεκτρον, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἠλέκτρινος: янтарный (στήλη Luc.).

Middle Liddell

ἠλέκτρινος, ον
made of ἤλεκτρον, Luc.