Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠλαίνω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἠλαίνω Medium diacritics: ἠλαίνω Low diacritics: ηλαίνω Capitals: ΗΛΑΙΝΩ
Transliteration A: ēlaínō Transliteration B: ēlainō Transliteration C: ilaino Beta Code: h)lai/nw

English (LSJ)

Ep. for ἀλαίνω,

   A wander, stray, flit about, ἠλαίνοντι Theoc. 7.23 (ἠλαίνονται codd., but cf. Gal.12.361): metaph., wander in mind, Call.Dian.251.

German (Pape)

[Seite 1159] ion. u. p. = ἀλαίνω, übertr., im Geiste verwirrt, thöricht, wahnsinnig sein, Callim. Dian. 251, Schol. μωραίνω. – Auch im med. ἠλαίνονται, sie schweifen umher, Theocr. 7, 23.

Greek (Liddell-Scott)

ἠλαίνω: Ἐπ. ἀντὶ ἀλαίνω, πλανῶμαι, παραπλανῶμαι, ἠλαίνοντι Θεόκρ. 7. 23 (Meineke ἀντὶ ἠλαίνονται)· -μεταφ., πλανῶμαι τὸν νοῦν, μωραίνω, Καλλ. εἰς Ἄρτ. 251.

French (Bailly abrégé)

prés. 3ᵉ pl. dor. ἠλαίνοντι;
errer çà et là.
Étymologie: ion. c. ἀλαίνω, cf. ἀλάομαι.

Greek Monolingual

ἠλαίνω (Α)
(επικ. τ. αντί αλαίνω)
1. περιφέρομαι, περιπλανώμαι
2. μτφ. είμαι μωρός, ξεμωραίνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ηλάσκω].

Greek Monotonic

ἠλαίνω: Επικ. αντί ἀλαίνω, περιπλανώμαι, ξεστρατίζω, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

ἠλαίνω: Theocr. = ἀλαίνω.

Middle Liddell

[epic for ἀλαίνω,]
to wander, stray, Theocr.