Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠναγκασμένως

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἠναγκασμένως Medium diacritics: ἠναγκασμένως Low diacritics: ηναγκασμένως Capitals: ΗΝΑΓΚΑΣΜΕΝΩΣ
Transliteration A: ēnankasménōs Transliteration B: ēnankasmenōs Transliteration C: inagkasmenos Beta Code: h)nagkasme/nws

English (LSJ)

Adv. pf. part. Pass., (ἀναγκάζω)

   A perforce, D.H. Pomp.3 (dub. l.).

German (Pape)

[Seite 1171] gezwungen, D. Hal.

Greek (Liddell-Scott)

ἠναγκασμένως: ἐπίρρ. μετοχ. παθ. πρκμ., διὰ τῆς βίας, ἀναγκαστικῶς, Διον. Ἁλ. πρὸς Πομπ. 15.

Greek Monolingual

ἠναγκασμένως (AM)
επίρρ. διά της βίας, αναγκαστικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηναγκασμένος, μτχ. παρακμ. του αναγκάζομαι].