Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠναγκασμένως

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἠναγκασμένως Medium diacritics: ἠναγκασμένως Low diacritics: ηναγκασμένως Capitals: ΗΝΑΓΚΑΣΜΕΝΩΣ
Transliteration A: ēnankasménōs Transliteration B: ēnankasmenōs Transliteration C: inagkasmenos Beta Code: h)nagkasme/nws

English (LSJ)

Adv. pf. part. Pass., (ἀναγκάζω) A perforce, D.H. Pomp.3 (dub. l.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1171] gezwungen, D. Hal.

Greek (Liddell-Scott)

ἠναγκασμένως: ἐπίρρ. μετοχ. παθ. πρκμ., διὰ τῆς βίας, ἀναγκαστικῶς, Διον. Ἁλ. πρὸς Πομπ. 15.

Greek Monolingual

ἠναγκασμένως (AM)
επίρρ. διά της βίας, αναγκαστικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηναγκασμένος, μτχ. παρακμ. του αναγκάζομαι].