Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠνειχόμην

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

French (Bailly abrégé)

impf. Moy. de ἀνέχω.

Greek Monotonic

ἠνειχόμην: Μέσ. παρατ. με διπλή αύξηση του ἀνέχω.

Russian (Dvoretsky)

ἠνειχόμην: impf. med. к ἀνέχω.