Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠπήσασθαι

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek (Liddell-Scott)

ἠπήσασθαι: (ἀόρ. α΄ τοῦ ἀχρήστου ἐνεστ. ἠπάομαι), ἐπιδιορθώνω, ἐπισκευάζω, «μπαλώνω», κόσκινον Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 28· ῥαγέντα ἱμάτια, ὑποδήματα Γαλην.· μετοχ. παθ. πρκμ., ἱμάτια ἠπημένα Ἀριστείδ. 2. 307. - Ἐντεῦθεν ἔχομεν τοὺς τύπους ἤπησις, εως, ἡ, ἐπιδιόρθωσις, ἐπισκευή, Εὐστ. 1647. 60· ἠπητής, οῦ, ὁ, ἐπιδιορθωτής, ἐπισκευαστής, Βατραχομ. 184. Ξεν. Κύρ. 1. 6, 16 (κοινῶς ἀκεσταί)· θηλ. ἠπήτρια, Ἡσύχ., Μοῖρ.· οὐδετ. ἠπητήριον ἢ ἠπήτριον, τὸ, βελόνη, ἀκέστρα, Εὐστ. ἔνθ᾿ ἀνωτ… «τὸ σουβλίον δι᾿ οὗ ῥάπτουσι τὰ βυρσάρια» Σουΐδ. - Πάντα ταῦτα εἶναι σπάνιοι τύποι· αἱ συνήθεις λέξεις εἶνε ἀκέσασθαι, ἀκεστής, ἀκέστρια, κτλ., Αἴλ. Διον. παρ᾿ Εὐστ. ἔνθ᾿ ἀνωτ., Λοβ. Φρυν. 91.

Greek Monotonic

ἠπήσασθαι: αόρ. αʹ του άχρηστου ενεστ. ἠπάομαι, επιδιορθώνω, φτιάχνω, επισκευάζω, αποκαθιστώ, «μπαλώνω», σε Αριστοφ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

ἠπήσασθαι: [inf. aor. 1 к *ἠπάομαι починить (κόσκινον Arph.).

Middle Liddell

[aor1, with no pres. ἠπάομαι in use]
to mend, repair, Ar. [deriv. uncertain]