Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἡδύγαμος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἡδύγᾰμος Medium diacritics: ἡδύγαμος Low diacritics: ηδύγαμος Capitals: ΗΔΥΓΑΜΟΣ
Transliteration A: hēdýgamos Transliteration B: hēdygamos Transliteration C: idygamos Beta Code: h(du/gamos

English (LSJ)

ον,

   A sweetening marriage, κέρδος AP5.242 (Maced.).

Greek (Liddell-Scott)

ἡδύγᾰμος: -ον, ἡδύνων τὸν γάμον, ποιῶν αὐτὸν εὐάρεστον, κέρδος Ἀνθ. Π. 5. 243.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui consiste en un heureux mariage.
Étymologie: ἡδύς, γάμος.

Greek Monolingual

ἡδύγαμος, -ον (Α)
αυτός που γλυκαίνει, που καθιστά ευχάριστο τον γάμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηδυ- + -γάμος (< γάμος), πρβλ. ά-γαμος, έγ-γαμος].

Greek Monotonic

ἡδύγᾰμος: -ον, αυτός που κάνει γλυκό το γάμο, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἡδύγᾰμος: (ῠ) заключающийся в счастливом браке (κέρδος Anth.).

Middle Liddell

ἡδύ-γᾰμος, ον
sweetening marriage, Anth.