Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Full diacritics: ἡπᾰτοσκοπικός Medium diacritics: ἡπατοσκοπικός Low diacritics: ηπατοσκοπικός Capitals: ΗΠΑΤΟΣΚΟΠΙΚΟΣ
Transliteration A: hēpatoskopikós Transliteration B: hēpatoskopikos Transliteration C: ipatoskopikos Beta Code: h(patoskopiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A connected with soothsaying, τέχνη Phleg.Macr.4, cf. Jul.Gal.298b.

Greek Monolingual

ἡπατοσκοπικός, -ή, -όν (Α) ηπατοσκοπία
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μαντεία από το ήπαρ
2. το θηλ. ως ουσ.ἡπατοσκοπική
η ηπατοσκοπία.