Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἤρανος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἤρᾰνος Medium diacritics: ἤρανος Low diacritics: ήρανος Capitals: ΗΡΑΝΟΣ
Transliteration A: ḗranos Transliteration B: ēranos Transliteration C: iranos Beta Code: h)/ranos

English (LSJ)

ὁ,

   A keeper, μήλων A.R.2.513; Ἡσίοδος πάσης ἤ. ἱστορίης Hermesian.7.22; Μουσαῖος Χαρίτων ἤ. ib.16; ἤραν' ἁλίων μυχῶν Simm.13; glossed by βασιλεὺς ἢ βοηθός, EM436.28, cf. Hsch.: ἠραϝέων· βοηθῶν, χαριζόμενος, Id. (Cf. ἐπιήρανος 11.)

German (Pape)

[Seite 1175] ὁ (ἦρα, Herr, ἥρως), von VLL. βασιλεύς, φύλαξ erkl., Beschützer, Beherrscher; Hesiodus heißt πάσης ἤρανος ἱστορίης, Hermesian. bei Ath. XIII, 597 d; γαίης Paul. Sil. ecphr. 44. Bei Ap. Rh. 2, 515 wird μήλων θέσαν ἤρανον vom Schol. προστάτης erklärt. Vgl. ἐπιήρανος.

Greek (Liddell-Scott)

ἤρᾰνος: ὁ, φύλαξ, προστάτης, (βοηθὸς κατὰ τὸ Ε. Μ., ὡς καὶ ὁ Ἡσύχ. ἑρμηνεύει τὸ ῥῆμα ἠρανέω διὰ τοῦ βοηθεῖν, χαρίζεσθαι), μήλων Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 513· γαίης Παῦλ. Σιλ. Ἐκφρ. 44· ἐνῷ ὁ Ἑρμησιάν. 5. 16 καλεῖ τὸν Μουσαῖον Χαρίτων ἤρ., φίλον τῶν Χαρίτων, καὶ αὐτόθι 22, τὸν Ἡσίοδον πάσης ἤρ. ἱστορίης, φίλον πάσης σοφίας. Πρβλ. ἐπιήρανος.

Greek Monolingual

ἤρανος, ό (AM)
μσν.
κυβερνήτης
αρχ.
1. προστάτης (ἤρανον γαίης» — τον προστάτη της περιοχής, Απολλ. Ρόδ.)
2. φίλος («Χαρίτων ἤρανον»)
3. γνώστης («πάσης ἤρανον ἱστορίης»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήρ-ανος (πρβλ. κοίρ-ανος). Συνδέεται με αρχ. ινδ. vāraka- «υπερασπιστής», βεδικό vārana- «δυνατός, ισχυρός». Η απουσία σημασιολογικής συγγένειας μεταξύ ήρανος, ήρα και επίηρος δεν ενισχύει την ετυμολογική σύνδεση τους].

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: keeper, lord, helper (hellen. poetry), in H. = βασιλεύς, ἄρχων, σκοπός, φύλαξ.
Derivatives: ἠρανέων βοηθῶν, χαριζόμενος H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Earlier found as ἐπι-ήρανος powerful, ruling, protecting (Emp., Pl. Com., AP). On the suffix cf. on κοίρανος. Fick 2, 270 compares Skt. vāraka- who wards off, opponent (or rather vāraṇá- averting, strong [RV.]), Welsh gwawr hero (IE *u̯ōr-?); so to ἔρυμαι. With ἐπι-ήρανος cf. ἐπι-βουκόλος; is ἤρανος an archaising simplex? - Connection with ἦρα, ἐπίηρος seems semantically impossible.

Frisk Etymology German

ἤρανος: {ḗranos}
Grammar: m.
Meaning: Schützer, Herr, Helfer (hellen. Dichtung), nach H. = βασιλεύς, ἄρχων, σκοπός, φύλαξ.
Derivative: Davon ἠρανέων· βοηθῶν, χαριζόμενος H.
Etymology : Früher belegt ist ἐπιήρανος mächtig, herrschend, schützend (Emp., Pl. Kom., AP u. a.). Zum Suffix vgl. zu κοίρανος. Fick 2, 270 vergleicht aind. vāraka- Abwehrer, Gegner (näher käme das früher belegte vāraṇá- abwehrend, stark, kräftig [seit RV.]), kymr. gwawr Held (idg. *u̯ōr-); dann wäre ἔρυμαι damit entfernt verwandt. Zu ἐπιήρανος vgl. zu ἐπιβουκόλος; ob ἤρανος ein archaisierendes Simplex ist, sei dahingestellt. — Verbindung mit ἦρα, ἐπίηρος usw. scheint semantisch ausgeschlossen.
Page 1,642-643