Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἥδομαι

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἥδομαι Medium diacritics: ἥδομαι Low diacritics: ήδομαι Capitals: ΗΔΟΜΑΙ
Transliteration A: hḗdomai Transliteration B: hēdomai Transliteration C: idomai Beta Code: h(/domai

English (LSJ)

Boeot. ϝἅδ- [ᾱ] Corinn. in BKT5(2).34, Dor. ἅδ- [ᾱ], Aeol. ἄδ- [ᾱ] Sapph.Supp.24.10: fut.

   A ἡσθήσομαι S.OT453, Pl.Phdr. 233e, etc.: aor. 1 ἥσθην (post-Homeric, v. infr.), also ἠδέσθην (sic) Hsch., Med. ἡσάμην Od.9.353: (swād-, cf. ἁνδάνω, ἡδύς):—enjoy oneself, take one's pleasure, once in Hom., Od.l.c.; freq. in Hdt. and Att.:—Constr.:    1 with part., ἥσατο πίνων Od.l.c.; ἥσθη ἀκούσας he was glad to have heard, Hdt.3.34; ἥδοι' ἂν . . ἰδοῦσα A.Pr.758, cf. S. Ph.882; δρῶντες ἃν ἡδώμεθα (sc. δρῶντες) Id.Aj.1085; οἷ' ἂν . . ἡσθείη λαβών Id.El.1325; ἥ. θωπευομένους Ar.Ach.635, etc.    2 c. dat., ἥδεσθαί τινι to delight in or at a thing or person, Hdt.1.69, al., Th.1.120, etc.; ἅπαντες ἡδόμεσθά σοι Ar.Eq.623 (lyr.): in aor., ironically, ἥσθην ἀπειλαῖς I am amused at your threats, ib.696, cf.Nu.174: once c. gen., πώματος ἥσθη he enjoyed the draught, S.Ph.715 (lyr.).    3 c. acc. and part., ἥσθην πατέρα τὸν ἀμὸν εὐλογοῦντά σε I am pleased to hear you praising him, ib.1314; δόμους ἥδεται πληρουμένους E.Fr.328.1.    4 with neut. Adj., ἕτερον ἥσθην Ar.Ach.13; τοῦθ' ἥδομαι Id.Ra.748 (cod. R); ἥσθην βαιά Id.Ach.2; βραχέα ἡσθεῖσα Th.3.40: c. acc. cogn., ἡδονὰς ἥδεσθαι Pl.Phlb.63a, etc.    5 folld. by a Prep., ἥδεσθαι ἐπί τινι X.Cyr.8.4.11, Pl.Phlb.48b, etc.; ὑπέρ τινος Lys.2.26; but πρὸς ὀλίγον ἡσθεὶς ναυτιᾷ for a little time, Arr.Epict.4.9.4.    6 ἥδομαι ὅτι . . Ar.Nu.773.    7 abs., ὡς ἥδομαι καὶ χαίρομαι κεὐφραίνομαι Ar.Pax 291, cf. Plu.2.449a, etc.; esp. in part., as Adj., glad, delighted. ἡδομένα ψυχᾷ, φωνᾷ, E.Fr.754 (lyr.), Ar.Av.236 (lyr.); τὸ ἡδόμενον Plu.2.1025e, 1101f: freq. in dat., ἡδομένοισι ἦν τὸ γινόμενον they were pleased at . ., Hdt.8.10, cf. 9.46; ἐὰν ὑμῖν ἡδομένοις (sc. ) Antipho 6.8, cf. Pl.Phd.78b, La.187c; τὸ ἡδόμενον κατὰ σάρκα Epicur. Sent.4.    II Act., ἥδω please, delight, c. acc. pers., aor., ἧσε Anacr.148: so later pres., ἥδει Muson.Fr.18Bp.103 H.; ἥδομεν Men. Mon.38: aor. 1 ἧσα Ephipp.6.5 (s.v.l.), Ael.NA10.48, Hld.10.32, AP7 lemma (λαλῆσαι f.l. for ἀλλ' ἧσαι) ; τὰ ἥδοντα joys, pleasures, opp. τὰ λυποῦντα, Antipho Soph.Oxy.1364.116, cf. Pl.Ax.366a, Diog. Oen.29; τὸ ἧδον S.E.M.7.203.

Greek (Liddell-Scott)

ἥδομαι: Δωρ. ἅδομαι, μέλλ. ἡσθήσομαι, Σοφ. Ο. Τ. 453, Εὐρ. Ἠλ. 415, Πλάτ., κλ.· ἀόρ. ἥσθην (ἴδε κατωτ.), μέσ. ἡσάμην Ὀδ. Ι. 353· ἀποθ., ἴδε ἐν τέλ. (Ἐκ τῆς √ΑΔ, ΣϜΑΔ, ἴδε ἐν λ. ἁνδάνω.) Εὐχαριστοῦμαι, εὐφραίνομαι, τέρπομαι, μόνον ἅπαξ παρ’ Ὁμ., Ὀδ. ἔνθ’ ἀνωτ., συχν. παρ' Ἡροδ. καὶ τοῖς Ἀττ. -Συντάσσεται: 1) μετὰ μετοχ., ἥσατο πίνων Ὀδ. ἔνθ’ ἀνωτ.· παρὰ τοῖς μετέπειτα, ἥσθη ἀκούσας, μετὰ χαρᾶς ἤκουσε, Ἡρόδ. 3. 34· ἥδοι ἂν... ἰδοῦσα Αἰσχύλ. Πρ. 758, πρβλ. Σοφ. Φ. 882· δρῶντες ἂν ἡδώμεθα (ἐνν. δρῶντες) ὁ αὐτ. Αἴ. 1085· οἷ ἂν... ἡσθείη λαβὼν ὁ αὐτ. Ἠλ. 1325· ἥδ. θωπευομένους Ἀριστοφ. Ἀχ. 635, κλ. 2) μετὰ δοτ., ἥδομαί τινι, εὐφραίνομαι εἴς τι ἢ διά τι, Ἡρόδ. 1. 69, κ. ἀλλ., Θουκ. 1. 121, Ἀριστοφ. Ἱππ. 623, κτλ.· - σπανίως μετὰ γενικῆς, πώματος ἥσθη, ἀπέλαυσε πώματος ἡδόμενος, μὲ εὐχαρίστησιν ἔπιε, Σοφ. Φ. 715· ἐν Ο. Τ. 936, τὸ δ’ ἔπος οὑξερῶ τάχ’ ἂν ἥδοιο, ἡ αἰτιατικὴ ὀφείλεται εἰς ἕλξιν. 3) ἐνίοτε μετ’ αἰτιατικῆς καὶ μετοχῆς, ἥσθην πατέρα τὸν ἀμὸν εὐλογοῦντά σε, μετὰ χαρᾶς σε ἤκουσα νὰ ἐπαινῇς τὸν.., Σοφ. Φ. 1314· ἥδεται δόμους πληρουμένους Εὐρ. Ἀποσπ. 330. 4) μετ’ οὐδ. ἐπιθ., ἕτερον ἥσθην Ἀριστοφ. Ἀχ. 13· τοῦθ’ ἥδεται ὁ αὐτ. Βάτρ. 748 (κατὰ τὸ Ραβ. χειρόγρ.)· ἥσθην βαιὰ ὁ αὐτ. Ἀχ. 2· βραχέα ἡσθεῖσα Θουκ., 3. 40· - μετὰ συστοίχ. αἰτ., ἥδεσθαι ἡδονὴν Πλάτ. Φιλήβ. 63Α, κλ. 5) ἀκολουθούσης προθέσεως, ἥδεσθαι ἐπί τινι Ξεν. Κύρ. 8. 4, 12, Πλάτ. Φιλήβ. 48Β, κτλ.· ὑπέρ τινος Λυσ. 193. 10· πρὸς ὀλίγον Ἀρρ. Ἐπικτ. 4. 9, 4. 6) μετὰ τοῦ ὅτι, ἥδομαι ὅτι..., Ἀριστοφ. Νεφ. 773. 7) ἡ μετοχ. εἶνε ἐν χρήσει ὡς ἐπίθ., χαίρων, πλήρης χαρᾶς, φαιδρός, εὐχαριστημένος, ἡδομένᾳ ψυχᾷ, φωνᾷ Εὐρ. Ἀποσπ. 754, Ἀριστοφ. Ὄρν. 236· συχνάκις ὡς τὸ βουλομένῳ, ἀσμένῳ, ἐν τῇ φράσει ἡδομένῳ ἐστὶ ἢ γίγνεταί μοί τι, μὲ εὐχαριστεῖ τι, προξενεῖ μοι ἡδονήν, Ἡρόδ. 8. 10., 9. 46· ἐὰν ὑμῖν ἡδομένοις ᾖ Ἀντιφῶν 142. 14. πρβλ. Πλάτ. Φαίδ. 78Β, Λάχ. 187C. ΙΙ. τὸ ἐνεργ. ἥδω, εὐχαριστῶ, εὐαρεστῶ, εὐφραίνω, ἀπαντᾷ μετ’ αἰτ. προσ. ἐν τῷ παρατ. ἧδε, Ἀνακρ. 145· ἀλλαχοῦ παρὰ μεταγεν. ἥδει, Μουσών. παρὰ Στοβ. 167. 22· ἥδομεν Μένανδ. Μονοστ. 38· μέλλ. ἥσω Συνέσ. Ἐπιστ. 154· ἀόρ. ἧσα Ἔφιππ. Ἐμπολ. 1. 5, Αἰλ. π. Ζ. 10. 48· τὰ ἥδοντα, χαραί, τέρψεις, Πλάτ. Ἀξ. 366Α· ἀνθ’ οὗ ὁ Πλούτ. ἔχει τὸ ἡδόμενον, 2. 1025D, 1101Ε.

French (Bailly abrégé)

v. ἥδω.

English (Autenrieth)

(ἡδύς): only aor. ἥσατο, was delighted, Od. 9.353†.

Greek Monolingual

ἥδομαι, δωρ. τ. ἅδομαι, αιολ. τ. ἄδομαι (Α)
1. (με μτχ.) ευχαριστούμαι, ευφραίνομαι, αισθάνομαι τέρψη («ἥσθη ἀκούσας» — με ευχαρίστηση άκουσε, Ηρόδ.)
2. (με αιτ. και μτχ.) χαίρομαι («ἥσθην πατέρα τὸν ἀμὸν εὐλογοῡντά σε» — με χαρά σε άκουσα να επαινείς τον πατέρα σου, Σοφ.)
3. (η μτχ. ως επίθ.) ηδόμενος, -ένη, -ον
γεμάτος χαρά, ευχαριστημένος («ἡδομένᾳ ψυχᾷ», Ευρ.)
4. (μτχ. ενεστ. στη φρ.) «ἡδομένῳ μοί ἐστί τι» — με ευχαριστεί κάτι
5. (ουδ. πληθ. μτχ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ.) τὰ ἥδοντα
οι χαρές, οι τέρψεις
6. φρ. α. «ἥδομαί τινι» — ευφραίνομαι με κάτι ή για κάτι
β. (μόνο μια φορά με γεν.) «ἥσθη πώματος» — γεύθηκε το ποτό, απόλαυσε το ποτό, ήπιε με ευχαρίστηση, Σοφ.
γ. (επίσης με εμπρόθ. προσδ.) «ἥδομαι ἐπί τινι», ή «ἥδομαι ὑπέρ τινος» — ευχαριστούμαι, αισθάνομαι ευχαρίστηση με κάτι
δ. (και με αιτιολ. πρότ.) «ὡς ἥδομαι ὅτι» — πόσο ευχαριστούμαι που, Αριστοφ.
7. (ειρωνικώς) διασκεδάζω με κάτι («ἥσθην ἀπειλαῑς» — διασκέδασα με τις απειλές σου, Αριστοφ.)
8. (το ενεργ. σπάν.) ἥδω
ευχαριστώ, ευφραίνω κάποιον ή κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο θεματ. ενεστ. ήδομαι ανάγεται σε ΙΕ ρίζα swād- «γλυκός» και αντιστοιχεί επακριβώς σε αρχ. ινδ. svādate «γίνομαι γευστικός, νόστιμος», με παράλληλο και συνηθέστερο τ. svadate, -ti «είμαι εύγευστος, αρέσω» και «κάνω κάτι εύγεστο, γλυκαίνω». Το ένσιγμο θ. του ήδος, που ανήκει στην ίδια οικογένεια, και τα σύνθετα του σε -ηδής συνδέονται με αρχ. ινδ. pra-svādas- «ευχάριστο», ενώ το παράγωγο ηδονή με αρχ. ινδ. svād-ana- «αυτό που κάνει κάτι εύγευστο» (βλ. και ανδάνω).
ΠΑΡ. ηδονή.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) ανήδομαι, αντεφήδομαι, ενήδομαι, εφήδομαι, προήδομαι, προσήδομαι, συνήδομαι, υπερήδομαι].

Greek Monotonic

ἥδομαι: Δωρ. ἅδομαι, Αιολ. ἄδομαι, μέλ. ἡσθήσομαι, αόρ. αʹ ἥσθην, Μέσ. ἡσάμην, αποθ., ευχαριστιέμαι, απολαμβάνω, ευφραίνομαι, τέρπομαι, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ. Συντάσσεται
1. με μτχ., ἥσατο πίνων, σε Ομήρ. Οδ.· ἥσθη ἀκούσας, χάρηκε που το άκουσε, άκουσε μετά χαράς, σε Ηρόδ. κ.λπ.·
2. με δοτ., ἥδεσθαί τινι, ευφραίνομαι με κάτι, στον ίδ. κ.λπ.· ἐπί τινι, σε Ξεν. κ.λπ.· σπανίως με γεν., πώματος ἥσθη, ήπιε με ευχαρίστηση, σε Σοφ.
3. με αιτ. και μτχ., ἥσθην πατέρα τὸν ἀμὸν εὐλογοῦντά σε, μετά χαράς σε άκουσα να τον επαινείς, στον ίδ.
4. η μτχ. χρησιμ. ως επίθ., χαρούμενος, ενθουσιασμένος, ευχαριστημένος, σε Αριστοφ.· επίσης, όπως τα βουλομένῳ, ἀσμένῳ, στη φράση ἡδομένῳ ἐστίγίγνεταί) μοί τι, είμαι πολύ ικανοποιημένος με αυτό που συμβαίνει, κάτι με ευχαριστεί, μου προξενεί ηδονή, σε Ηρόδ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἥδομαι: (impf. ἡδομην, fut. ἡσθήσομαι, aor. ἥσθην - эп. редко ἡσάμην) радоваться, испытывать удовольствие, наслаждаться (τι Soph., τινι Her., Thuc., Xen., τινός Soph., ἐπί τινι Xen., Plat., ὑπέρ τινος Lys.): χρήμασιν ἥ. Xen. радоваться деньгам, любить деньги; τὸ ἔπος οὑξερῶ (= ὃ ἐξερῶ) ἥδοιο μέν Soph. слову, которое я скажу, ты, пожалуй, обрадуешься; ἥσθην πατέρα τὸν ἀμὸν εὐλογοῦντά σε Soph. мне (было) приятно, что ты хвалишь моего отца; ἕτερον ἥσθην Arph. обрадовало меня (и) другое; πάσας ἡδονὰς ἥ. διὰ βίου Plat. испытывать все радости в жизни; ἐπὶ τοῖς ἐμοῖς καλοῖς μᾶλλον ἐμοῦ ἥδεται Xen. тому, что у меня (бывает) хорошего, он радуется больше, чем я (сам); ἥσατο ἡδὺ ποτὸν πίνων Hom. (Киклоп) пришел в восторг, выпив сладкое питье; ἥδομαι σ᾽ εἰσιδών Soph. я рад, что вижу тебя; εἴ σοι ἡδομένῳ ἐστίν Plat. если тебе (это) доставляет удовольствие, если тебе угодно; ἡδομένοισι ἡμῖν οἱ λόγοι γεγόνασι Her. нам приятны эти речи; ἡδομένᾳ φωνᾷ Arph. с ликованием в голосе - см. тж. ἥδω.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: rejoice, have pleasure,
Other forms: Dor. ἅδ-, Boeot. (Corinn.) Ϝάδ- (γάδεται ἥδεται H.), aor. ἡσθῆναι (IA.), fut. ἡσθήσομαι (S., Pl.), aor. med. ἥσατο (ι 353)
Compounds: also with prefix, esp. συν-; rarely act. ἥδω, ἧσαι, ἥσω have pleasure (Antipho Soph., hell.; after τέρπω a. o.; Schwyzer-Debrunner 228). As 2. member -ηδής, generally connected with ἡδύς or ἥδομαι: ἀ-ηδής unpleasant (IA.), μελι-ηδής as sweet as honey, θυμ-ηδής heart-pleasing a. o.
Derivatives: 1. ἦδος n. pleasure (Il.; on the absence of aspir. and the doubtful traces of the digamma Chantraine Gramm. hom. 1, 184 and 151); in the meaning vinegar backformation from ἡδύς, s. v.; 2. ἡδονή, Dor. ἁδονά pleasure (IA., Dor.; Schwyzer 490, Chantraine Formation 20) with ἡδονίς = ἀφύδιον (Cyran. 18), ἡδονικός (Arist.). 3. ἁδοσύνα ἡδονή H. 4. ἥσθημα id. (Eup.). 5. ἡστικός pleasant (S. E.).
Origin: IE [Indo-European] [1039] *sueh₂d- sweet
Etymology: An exact formal counterpart is Skt. ἅπ. λεγ. svādate become tasty(?) (RV. 9, 68, 2; of soma); much more usual however is svadate, -ti enjoy, taste well resp. make tasty, sweeten. On -a- see Lubotsky, MSS 40 (1981) 133-8. The 2. member -ηδης agrees with Skt. prá-svādas- pleasant (RV. 10, 33, 6); the nasal suffix in ἡδ-ονή is seen in Skt. svā́d-ana- making tasteful (RV. 5, 7, 6), -anam n. be tasteful (class.). - See ἡδύς and ἁνδάνω, also ἀδημονέω.

Middle Liddell


to enjoy oneself, take delight, take one's pleasure, Od., etc.—Construction:
1. with participle, ἥσατο πίνων Od.; ἥσθη ἀκούσας he was glad to have heard, Hdt., etc.
2. c. dat., ἥδεσθαί τινι to delight in or at a thing, Hdt., etc.; ἐπί τινι Xen., etc.;—rarely c. gen., πώματος ἥσθη he enjoyed the draught, Soph.
3. c. acc. and part., ἥσθην πατέρα τὸν ἀμὸν εὐλογοῦντά σε I was pleased to hear you praising him, Soph.
4. part. as an adj. glad, delighted, Ar.: also, like βουλομένωι, ἀσμένωι, in the phrase ἡδομένωι ἐστί μοί τι I am well pleased at the thing happening, Hdt., Plat.

Frisk Etymology German

ἥδομαι: {hḗdomai}
Forms: dor. ἅδ-, böot. (Korinn.) ϝάδ- (γάδεται· ἥδεται H.), Aor. ἡσθῆναι (ion. att.), Fut. ἡσθήσομαι (S., Pl.), Aor. Med. ἥσατ̂ο (ι 353)
Grammar: v.
Meaning: sich freuen, sich ergötzen,
Composita : auch mit Präfix, namentlich συν-; vereinzelt Akt. ἥδω, ἧσαι, ἥσω erfreuen, ergötzen (Antipho Soph., hell. u. spät; nach τέρπω u. a.; Schwyzer-Debrunner 228).
Derivative: Davon 1. ἦδος n. Freude, Vergnügen (ep. seit Il.; über das Fehlen des Hauchs und die fraglichen Spuren des Digamma Chantraine Gramm. hom. 1, 184 und 151); im Sinn von Essig Rückbildung aus ἡδύς, s. d.; als Hinterglied -ηδής, im allg. auf ἡδύς bzw. ἥδομαι bezogen oder dazu neugebildet: ἀηδής unangenehm (ion. att.), μελιηδής honigsüß, θυμηδής herzerfreuend (ep. poet.) u. a. 2. ἡδονή, dor. ἁδονά Vergnügen, Genuß (ion. att. dor.; Schwyzer 490, Chantraine Formation 20) mit ἡδονίς = ἀφύδιον (Kyran. 18), ἡδονικός (Arist. usw.). 3. ἁδοσύνα· ἡδονή H. 4. ἥσθημα ib. (Eup.). 5. ἡστικός angenehm (S. E.).
Etymology : Ein genaues formales Gegenstück zu dem dehnstufigen thematischen Wurzelpräsens ἥδομαι liefert das aind. ἅπ. λεγ. svādate ‘schmackhaft werden(?)’ (RV. 9, 68, 2; vom Soma); weit gewöhnlicher sind indessen die hochstufigen svadate, -ti genießen, sich gefallen lassen, wohlschmecken bzw. schmackhaft machen, versüßen. Das Hinterglied -ηδης stimmt zu aind. prá-svādas- angenehm (RV. 10, 33, 6); das Nasalsuffix in ἡδονή ist in aind. svā́d-ana- schmackhaft machend (RV. 5, 7, 6), -anam n. das Schmecken (klass.) vorhanden. — Weiteres s. ἡδύς und ἁνδάνω; vgl. auch ἀδημονέω.
Page 1,622-623