Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἥπατος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἥπᾰτος Medium diacritics: ἥπατος Low diacritics: ήπατος Capitals: ΗΠΑΤΟΣ
Transliteration A: hḗpatos Transliteration B: hēpatos Transliteration C: ipatos Beta Code: h(/patos

English (LSJ)

ὁ, a fish of uncertain kind, Eub.61, Arist.HA508b19, Speus. ap. Ath.7.300e, Philotim. ap. Gal.6.720.

German (Pape)

[Seite 1173] ὁ, Leberfisch, Arist. H. A. 2, 17, vgl. Ath. III, 108 a u. VII, 301 c. S. auch ἧπαρ a. E.

Greek (Liddell-Scott)

ἥπᾰτος: ὁ, ἰχθὺς ἀδήλου εἴδους, οὐκ ᾤου με χολὴν ἔχειν˙ ὡς δ’ ἡπάτῳ μοι διελέγου Εὔβουλ. Λακ. 2, Ἀριστ. Ι. Ζ. 2. 17, 27, πρβλ. Ἀθήν. 300Ε κἑξ.

French (Bailly abrégé)

[ᾰ] (ὁ),
poisson qui a la couleur du foie, EUB. (ATH. 108a); ARSTT. HA 2.17.27, cf. ATH. 300e.
Étymologie: ἧπαρ.

Greek Monolingual

ἥπατος, ό (Α)
ονομασία ψαριού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. προέρχεται από το ήπαρ
έχει διατυπωθεί και η υπόθεση ότι η λ. είναι αιγυπτιακής προέλευσης].

Russian (Dvoretsky)

ἥπατος: ὁ рыба (предполож.) пикша (Gadus aeglefinus, по друг. Jecorinus Gazae или Teuthis hepatus) Arst.