Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἦκα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἦκα Medium diacritics: ἦκα Low diacritics: ήκα Capitals: ΗΚΑ
Transliteration A: ē̂ka Transliteration B: ēka Transliteration C: ika Beta Code: h)=ka

English (LSJ)

Adv.:    I of Place or Motion, slightly, a little, ἦκ' ἐπ' ἀριστερά a little to the left, Il.23.336; ἦ. παρακλίνας κεφαλήν Od.20.301: hence, generally, softly, gently, ἦ. ἐλάσαι 18.94, cf. 92; ἀπώσατο ἦ. γέροντα Il.24.508; ἦ. μάλα ψύξασα 20.440; ἦ. κιόντας Od.17.254; ἦ. βιησάμενος Nic.Al.226.    II of Sound, softly, low, ἦ. πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον Il.3.155; ἦ. μύρεσθαι, μάλ' ὁμαδῆσαι, A.R.3.463,565.    III of Sight, softly, smoothly, ἦ. στίλβοντας ἐλαίῳ with oil soft-shining, Il.18.596; ἦκ' ἐπιμειδήσας soft-smiling, Hes.Th.547; ἦ. μέλαν slightly black, Opp.C.3.39.    IV of Time, by little and little, AP5.278 (Paul. Sil.), Opp.H.2.67. (Perh. connected with Lat. sēg-nis (for sēg-nis): but Hsch. has γάκα (i.e. ϝᾶκα) · ἡδέως; cf. ἥσσων, ἥκιστος, ἤκιστος, ἠκαῖον, ἤκαλος, ἠκαλέον.)

German (Pape)

[Seite 1158] (vgl. ἤκιστος u. ἥσσων, ἣκιστος, verwandt mit ἀκήν, ἀκαλός, s. Buttm. Lexil. I p. 13. 301), schwach, nicht stark, ἦκα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον, sie sprachen leise zu einander, Il. 3, 155; von der Bewegung, unmerklich, ein wenig, ἦκ' ἐπ' ἀριστερά, ein wenig zur Linken, 23, 336; ἦκα παρακλίνας κεφαλήν, den Kopf ein wenig auf die Seite neigend, Od. 20, 301; τοὺς μὲν λίπεν αὐτοῦ ἦκα κιόντας, langsam gehend, 17, 254; ἁψάμενος δ' ἄρα χειρὸς ἀπώσατο ἦκα γέροντα, er stieß ihn sanft zurück, Il. 24, 508; ἠέ μιν ἦκ' ἐλάσειε, ob er ihm einen leichten Schlag gebe, Od. 18, 92; ἦκα μάλα ψύξασα Il. 20, 440, mit gelindem, sanftem Hauche kühlend; χιτῶνας – ἦκα στίλβοντας ἐλαίῳ 18, 595, vom Oel, sanft glänzend; ἦκ' ἐπιμειδήσας, mild anlächelnd, Hes. Th. 547; sp. D., ἦκα μέλαν Opp. Cyn. 3, 39; ἦκα μαραίνεσθαι Hal. 2, 66; in der Anth. auch von der Zeit, allmälig, nach und nach, Jacobs Anth. Pal. p. 116.

Greek (Liddell-Scott)

ἦκα: (*ἀκή ΙΙ), Ἐπίρρ. Ι. ἐλαφρῶς, ὀλίγον, ἦκ’ ἐπ’ ἀριστερά, ὀλίγον τι πρὸς ἀριστερά, Ἰλ. Ψ. 336· ἦκα παρακλίνας κεφαλὴν Ὀδ. Υ. 301· ἐντεῦθεν καθόλου, ἡσύχως, ἐλαφρῶς, ἦκα ἐλαύνειν Σ. 92, 94· ἀπώσατο ᾖκα γέροντα Ἰλ. Ω. 508· ἦκα μάλα ψύξασα Υ. 440· ἦκα κιόντες Ὀδ. Ρ. 254· πρβλ. ἤκιστος. ΙΙ. ἐπὶ ἤχου, ἡσύχως, ἠρέμα, σιγανά, ἦκα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον Ἰλ. Γ. 155· ἦκα μύρεσθαι, ὁμαδῇσαι Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 463, 564. ΙΙΙ. ἐπὶ ὄψεως, λείως, εὐαρέστως, ἦκα στίλβοντες ἐλαίῳ, εὐαρέστως στίλβοντες μὲ ἔλαιον, Ἰλ. Σ. 596· ἦκ’ ἐπιμειδήσας, ἡσύχως, σιγὰ μειδιάσας, Ἡσ. Θ. 547· ἤκα μέλαν, ὀλίγον, κατά τι μέλαν, Ὀππ. Κ. 3. 39. IV. ἐπὶ χρόνου, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, μικρὸν κατὰ μικρόν, Ἀνθ. Π. 5. 279, Ὀππ. Ἁλ. 2. 67. - Ἡ ῥιζικὴ σημασία φαίνεται ὅτι εἶνε: οὐχὶ πολύ, ὀλίγον, ἐλαφρῶς, καὶ εἶνε τὸ θετικὸν τοῦ ἥκιστος, ὡς καὶ τοῦ ἥσσων, ἥκιστος.

French (Bailly abrégé)

adv.
doucement, légèrement :
1 avec idée de mouv. ἦκα παρακλίνειν κεφαλήν OD pencher la tête légèrement de côté ; ἦκ’ ἐπ’ ἀριστερά IL légèrement vers la gauche ; ἦκα κιόντες OD s’avançant lentement;
2 avec idée de son ἦκα ἀγορεύειν IL parler doucement;
3 avec idée de vision ἦκα στίλβοντες ἐλαίῳ IL brillants du doux éclat de l’huile;
Cp. ἧσσον, Sp. ἥκιστα.
Étymologie: p. *Ϝῆκα, cf. ἀκεῖσθαι, ἀκέων.

English (Autenrieth)

(ϝῆκα): gently, softly, slightly, Il. 20.440, Il. 18.596, Od. 20.301.

Greek Monotonic

ἦκα: (*ἀκή 2), επίρρ.
I. δηλωτικό τόπου ή κίνησης, λίγο, ελαφρά, ἦκα ἐπ' ἀριστερά, λίγο προς τ' αριστερά, σε Όμηρ.
II. λέγεται για ήχο, ήσυχα, ήρεμα, σιγανά, σε Ομήρ. Ιλ.
III. λέγεται για όψη, λεία, απαλά, ευάρεστα, ἦκαστίλβοντες ἐλαίῳ, στίλβοντας απαλά, τρίβοντας ευάρεστα με λάδι, στο ίδ.
IV. λέγεται για χρόνο, λίγο-λίγο, σιγά-σιγά, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἦκᾰ: adv.
1) немного, чуть-чуть, слегка: ἦ. ἐπ᾽ ἀριστερά Hom. чуть влево; ἦ. παρακλίνας κεφαλήν Hom. слегка отклонивши голову; ἦ. ἐλαύνειν Hom. чуть-чуть ударить; ἦ. κιόντες Hom. медленно (еле) идущие;
2) тихо, шопотом (πρὸς ἀλλήλους ἀγορεύειν Hom.);
3) мягко, нежно (στίλβειν Hom.): ἦ. ἐπιμειδήσας Hes. кротко улыбаясь;
4) постепенно, мало-помалу (λύχνος ἦ. μαραινόμενος Anth.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adv.
Meaning: slowly, still, a little (Il.);
Other forms: adj. compar. ἥττων, Ion. ἥσσων smaller, weaker (Il.), superl. ἤκιστος slowest (Ψ 531), adv. ἥκιστα the least, not at all (IA), ἥκιστος weakest, schlimmster (Ael.).
Compounds: IE [896] *sek- slow, quiet
Derivatives: From ἦκα: ἤκαλος = ἀκαλός (Call.), ἠκαλέον γελόωσα πράως, οὑκ ἐσκυθρωπακυῖα; ἠκαῖον ἀσθενές H. - From ἥσσων, ἥττων: ἡσσάομαι, ἡττάομαι be less, be weaker (after νικάομαι) with the backformation ἧσσα, ἧττα f. defeat (trag., Th., IA.); Ion. (Hdt., Herod.) has ἑσσόομαι (from *ἕσσων, innovation after κρέσσων). With ἦκα (with ep. psilosis like ἤκιστος; cf. Chantraine Gramm. hom. 1, 187) cf. ὦκα and other adverbs in (Schwyzer 622). Cognate is acc. to Froehde BB 16, 192, Osthoff IF 5, 297 Lat. sēgnis slow < *sēc-ni-s; on the n-suffix cf. πύκ-α : πυκ-νός and Benveniste Origines 89f. Details in Seiler Steigerungsformen 65ff.
Origin: IE [Indo-European] [896] *seh₁k- (or *sek-?) slow
Etymology: Not to ἦκα belong (Bechtel Lex. 156) ἀκήν, ἀκαλά; against it Buttmann Lexilogus 1, 13f.

Middle Liddell

[*ἀκή II]
I. of place or motion, slightly, a little, softly, gently, Hom.
II. of Sound, stilly, softly, low, Il.
III. of Sight, softly, smoothly, ἦκα στίλβοντες ἐλαίῳ with oil soft shining, Il.
IV. of Time, by little and little, Anth.

Frisk Etymology German

ἦκα: {ē̃ka}
Forms: adj. Kompar. ἥττων, ion. ἥσσων geringer, schwächer (seit Il.), Superl. ἤκιστος langsamster (Ψ 531), Adv.ἥκιστα am wenigsten, durchaus nicht (ion. att.), ἥκιστος schwächster, schlimmster (Ael.).
Grammar: Adv.
Meaning: leise, still, langsam, ein wenig (ep. seit Il.);
Derivative: Ableitungen. Von ἦκα: ἤκαλος = ἀκαλός (Kall.), ἠκαλέον γελόωσα· πράως, οὐκ ἐσκυθρωπακυῖα, ἠκαῖον· ἀσθενές H. — Von ἥσσων, ἥττων: ἡσσάομαι, ἡττάομαι geringer sein, unterliegen (nach νικάομαι) mit der Rückbildung ἧσσα, ἧττα f. Niederlage (Trag., Th., ion. att.); ion. (Hdt., Herod.) dafür ἑσσόομαι (von *ἕσσων, Neubildung nach κρέσσων). Zu ἦκα (mit ep. Psilose wie ἤκιστος; vgl. Chantraine Gramm. hom. 1, 187) vgl. ὦκα und andere Adverbia auf -α (Schwyzer 622). Verwandt ist nach Froehde BB 16, 192, Osthoff IF 5, 297 lat. sēgnis langsam, träge aus *sēc-ni-s; zum alternierenden n-Suffix vgl. πύκα : πυκνός und Benveniste Origines 89f. Einzelheiten m. Lit. bei Seiler Steigerungsformen 65ff.
Etymology : Zu ἦκα gehört nach Doederlein u. A. (Bechtel Lex. 156) ἀκήν, ἀκαλά; dagegen Buttmann Lexilogus 1, 13f.
Page 1,627