Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ἡρακλ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek (Liddell-Scott)

Ἡρακλ: 702, (κατα-) Ὀδ. Ρ. 32· προστ. στόρνυ Ἀριστοφ. Εἰρ. 844· μετοχ. στορνύντες, στορνύντα Ἡρόδ. 7. 54, Σοφ. Τρ. 902· σύνθετ. καστορνῦσα Ὀδ. Ρ. 32· κατὰ μετάθ., στρώννῡμι Αἰσχύλ. Ἀγ. 909, πρβλ. Κωμικ. Ἀνώνυμ. 17· ὡσαύτως στρωννύω, Ἀριστείδ. 1. 216, πρβλ. Ἀθήν. 48D· προστ. στρώννῡ Κωμικ. Ἀνων. 17· παρατατ. ἐστρώννυον Εὐαγγ. κ. Ματθ. κα΄, 8, κ. Μᾶρκ. ια΄, 8· -μέλλ. στορέσω Θεόκρ. 6. 33· Ἀττ. στορῶ (παρα-) Ἀριστοφ. Ἱππ. 481, (ὑπο-) Εὔβουλ. ἐν «Προκρ.» 1· ὡσαύτως στρώσω (ὑπο-) Εὐρ. Ἑλ.59, Ἄμφ. ἐν. Ἀδήλ. 10· καὶ στρωννύσω (ἐπι-) Λουκ. Φιλόπατρ. 24· - ἀόρ. ἐστόρεσα. Ἐπικ. στόρεσα Ὅμ., Ἀττικ.· ὡσαύτως ἔστρωσα Ἡρόδ. 6. 139, Τραγικ.· - ὑπερσυντ. ἐστρώκειν Ἡλιόδ. 4. 16, (κατ-) Βάβρ. 34. - Μέσ., στόρνῠμαι (ὑπο-) Ξεν. Κύρ. 8. 8, 16· παρατατ. ἐστόρνυντο Θεόκρ. 22. 33· - μέλλ. στρώσομαι Ἑβδ.· - ἀόρ. ἐστορεσάμην. Ἐπικ. στ-, Θεόκρ. 13. 33, Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 375, (ὑπ-) Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 1030· ὡσαύτως ἐστρωσάμην Θέοκρ. 21. 7. - Παθ., ἀπαρ. στόρνυσθαι (ὑπο-) Ξεν. Κύρ. 8. 8, 16· μέλλ. στρωθήσομαι Χρησμ. Σιβ. 5. 437· - ἀόρ. ἐστορέσθην Πλούτ. 2. 787Ε, Δίων Κ. 74. 13, (κατ-) Ἱππ. 16. 26· ἐστορήθην Ἡσύχ.· ἐστρώθην (κατ-) Διόδ. 14. 114· - πρκμ. ἐστόρεσμαι Θεόδ. Πρόδρ.· ἔστρωμαι Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀφρ. 159, Εὐρ. Μήδ. 380, Θουκ. κλπ.· - ὑπερσ. ἐστόρεστο Δίων Κ. 74. 13, Ἱμέρ. παρὰ Φωτ. Βιβλ. 369. 22· ὡσαύτως ἔστρωτο Ἰλ. Κ. 155, Ἡρόδ. (Ἐκ τῆς √ΣΤΟΡ, ἴδε κατωτ., ὅθεν πιθ. τὸ στρατός· πρβλ. Σανσκρ. star, str-nômi, stri-nâmi, star-as (lorus)· Ζενδ. śtar (sternere), śtair-is (στρῶμα)· Λατ. ster-no, stra-men, stra-mentum, καὶ (ἐκπεσόντος τοῦ s) tor-us· Γοτθ. strau-ja (στρώννυμι)· Ἀρχ. Γερμ. strâo (strew), stro-wes (straw)· Λιθ. stra-je (straw)· Σλαυ. po-stel-ja (στρωμνή). Κυρίως, ἐξαπλώνω ἐπὶ κλίνης τὰ σκεπάσματα, λέχος στορέσαι, lectum sternere, «στρώνω τὸ κρεββᾶτι», Ἰλ. Ι. 621, 660· οὕτω, δέμνια, τάπητας, στ. Ὀδ. Δ. 301, Ν. 73, Ἰλ. Ω. 798· στορνὺς δέμνια Σοφ. Τρ. 902· κλίνην ἔστρωσαν Ἡρόδ. 6. 139· στ. τινὶ λέχος Ἀριστοφ. Εἰρ. 844· λέκτρα σοι ἀντὶ γάμων ἐπιτύμβια Ἀνθ. Π. 7. 604· - ὡσαύτως ἀπολ. ἄνευ τοῦ λέχος ἢ δέμνια, στρώνω κλίνην, χαμάδις στορέσας Ὀδ. Τ. 599· στρῶσον ἡμῖν ἔνδον Μάχων παρʹ Ἀθην. 581Β, πρβλ. Πράξ. Ἀποστ. θ´, 34· πρβλ. στρῶμα, στρωμνή. β) καθόλου, καταστρώνω, ἐξαπλώνω, διασπείρω, ἀνθρακιήν στ. Ἰλ. Ι. 34· φιτροὺς στ. καθύπερθεν ἐλαίης Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 405· στιβάδας εἰς ὁδὸν Εὐαγγ. κ. Μᾶρκ. ια´, 8· ὡσαύτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, συχν. παρὰ Θεοκρ. οἷον 13. 33, κ. ἀλλ. 2) ἐξαπλώνω ὁμαλῶς, ἐξομαλύνω, ἐπιπεδώνω, πόντον στ., Λατ. sternere aequor, Ὀδ. Γ. 158, πρβλ. Ὕμν. Ὁμ. 33. 15, Θεόκρ. 7. 57, κτλ.· τὸ κῦμα ἔστρωτο Ἡρόδ. 7. 193· αἰθὴρ ἐστόρεσεν δίνας Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 1155· καὶ τὸ μοναδικόν: ἡ θάλαττα τὴν γαλήνην ἐστ. Ἀλκίφρων 1. 1 (ἔνθα ἐπὶ πᾶσι πρβλ. Wagner)· - μεταφορ., πραΰνω, καταπραΰνω, καθησυχάζω, ἀτέραμνον στορέσας ὀργὴν Αἰσχύλ. Πρ. 190· [φθόνου] στορεσθέντος Πλούτ. 2. 787Ε. β) καταβάλλω εἰς τὸ ἔδαφος, ἐξαπλώνω, καταρρίπτω, πλάτανον δαπέδῳ Ἀνθ. Π. 9. 247· καὶ μεταφορ., Μήδων στ. δύναμιν Σιμωνίδ. 93· λῆμα στόρνυσι χρόνος τὸ σὸν Εὐρ. Ἡράκλ. 702· ἵνα Πελοποννησίων στορέσωμεν τὸ φρόνημα Θουκ. 6. 18. 3) ὁδὸν στ., καταστρώνω δρόμον, Λατ. viam sternere, viam stratam facere, λίθοις Δίων Κ. 67. 14, πρβλ. Λουκ. Ἔρωτ. 12, Συλλ. Ἐπιγρ. 3148. 11, Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 818. 7. - Παθ., ἐστρωμένη ὁδὸς Ἡρόδ. 2. 138. ΙΙ. στρώνω τι μέ τι πρᾶγμα, μυρσίνῃσι τὴν ὁδὸν ὁ αὐτ. 7. 54, πρβλ. 8. 99· πετάσμασιν Αἰσχύλ. Ἀγ. 209, πρβλ. 921, Πλάτ. Πολ. 372Β· - Παθητ., ἐπὶ δωματίου, εἶμαι ἐστρωμένος, ἔχω στρώματα, Εὐαγγ. κ. Μᾶρκ. ιδ´, 15. ΙΙΙ. ἀμεταβ., ἐκτείνομαι μέχρι τινός, στορέσας Νικ. Θηρ. 25, Ἀνακρεόντ. 30. 3. - Πρβλ. Χ. Χαριτωνίδου Ποικίλα Φιλολογ. τ. Α´, σ. 774.