Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ἡφαιστόπονος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: Ἡφαιστόπονος Medium diacritics: Ἡφαιστόπονος Low diacritics: Ηφαιστόπονος Capitals: ΗΦΑΙΣΤΟΠΟΝΟΣ
Transliteration A: Hēphaistóponos Transliteration B: Hēphaistoponos Transliteration C: Ifaistoponos Beta Code: *(hfaisto/ponos

English (LSJ)

ον,

   A wrought by Hephaestus, ὅπλα E.IA1072 (lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

Ἡφαιστόπονος: -ον, Ἡφαιστότευκτος, κατασκευασμένος ὑπὸ τοῦ Ἡφαίστου, ὅπλα Εὐρ. Ι. Α. 1072.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
travaillé par Héphæstos.
Étymologie: Ἥφαιστος, πονέω.

Greek Monotonic

Ἡφαιστόπονος: -ον, αυτός που έχει κατασκευαστεί από τον Ήφαιστο, σε Ευρ.

Middle Liddell

Ἡφαιστό-πονος, ον
wrought by Hephaestus, Eur.