Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰάλλω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰάλλω Medium diacritics: ἰάλλω Low diacritics: ιάλλω Capitals: ΙΑΛΛΩ
Transliteration A: iállō Transliteration B: iallō Transliteration C: iallo Beta Code: i)a/llw

English (LSJ)

Att. ἱάλλω acc. to Hdn.Gr.1.539, cf. ἐφιάλλω: fut. ἰᾰλῶ (ἐπ-) Ar.Nu.1299: aor.

   A ἴηλα Il.15.19, Dor. ἴᾱλα Sophr.14. [ῐ, unless augmented; Hom. never uses the augm.]:—send forth, ὀϊστὸν ἀπὸ νευρῆφιν ἴαλλεν Il.8.300,309, cf. AP5.187 (Leon.): used by Hom. mostly in phrase, ἐπ' ὀνείατα χεῖρας ἴαλλον they put forth their hands to the dishes, Od.1.149,al.; ἐπὶ σίτῳ χ. ἰ. 10.376; ἑτάροις ἐπὶ χεῖρας ἴ. laid hands upon his comrades, 9.288; περὶ χερσὶ δὲ δεσμὸν ἴηλα threw chains around thy arms, Il.15.19; ἐπὶ δεσμὸν ἴηλε Od.8.447; so later ὑλακήν give tongue, AP7.69 (Jul. Aegypt.); ἴχνος set down, plant the foot, Nic.Al.242.    2 c. acc. obj., ἄριστον ἀτιμίῃσιν ἰάλλειν assail him with insults, Od.13.142.    3 later, send, dispatch, ἄγγελον Thgn.573, cf.A.Ch.45 (lyr.); ἐπὶ Δωδώνης . . θεοπρόπους ἴαλλεν Id.Pr.659; Δίκην ἴαλλε σύμμαχον Id.Ch.497; ἄὁνυμτον τοῖς παιδίοις Sophr.l.c.; τινὰ παρά τινα Id.61; Φθίᾳ ἐλεύθερον ἦμαρ ἰ. AP7.529 (Theodorid.).    4 = εὑρίσκω, Hsch. s. vv. ἰᾶλαι, ἰάλλει.    II intr. (sc. ἑαυτόν) send oneself on, i.e. flee, run, Hes.Th.269. (Cf. Skt. iyarti 'set in motion'.)

German (Pape)

[Seite 1232] (ἵημι, nach Arcad. p. 197 ἱάλλω), schicken, senden, werfen; ὀϊστὸν ἀπὸ νευρῆφιν ἴαλλεν Il. 8, 300, den Pfeil von der Bogensehne abschießen; ἐπὶ σῖτον χεῖρας ἰάλλειν, die Hände nach der Speise ausstrecken, Od. 10, 375, oft ἐπ' ὀνείαθ' ἕτοιμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον; aber ἑτάροις ἐπὶ χεῖ. ρας ἴαλλεν, 9, 288, = legte Hand an sie, streckte seine Fäuste gegen sie aus (vgl. ἐπιάλλω); θοῶς δ' ἐπὶ δεσμὸν ἴηλε 8, 447, wie περὶ χερσὶ δὲ δεσμὸν ἴηλα χρύσεον, legte um die Hände eine Fessel, Il. 15, 19; übertr., ἀτιμίῃσιν ἰάλλειν τινά Od. 13, 141, mit Schimpf bewerfen, Schimpf anthun; – ἐπὶ Δωδώνης θεοπρόπους ἴαλλεν, sendete er nach Dodona, Aesch. Prom. 662; Δίκην – σύμμαχον φίλοις Ch. 490; sp. D.; Φθίᾳ γὰρ ἐλεύθερον ἦμαρ ἰἀλλων Theodorid. 13 (VII, 529); ὑλακήν, bellen, Iul. Aeg. 59 (VII, 69); ἴχνος ἰῆλαι, Fußtapfen eindrücken, den Fuß setzen, Nic. Al. 242. – Bei Hes. Th. 269 von den Harpyen, μεταχρόνιοι γὰρ ἴαλλον, intr., sc. ἑαυτάς, eilten, schwebten herbei. – Adj. verb., ἰαλτὸς ἐκ δόμων ἔβην Aesch. Ch. 22.

Greek (Liddell-Scott)

ἰάλλω: μέλλ. ἰαλῶ (ἐπ-) Ἀριστοφ. Νεφ. 1299: ἀόρ. ἴηλα Ὀδ., Δωρ. ἴᾱλα 32, Σώφρων Αhr.· ― ῐ, ἐκτὸς ἄν ἔχῃ αὔξησιν· ἀλλ’ ὁ Ὅμ. οὐδέποτε μεταχειρίζεται τὴν αὔξησιν. (Περὶ τῆς ῥίζης, ἴδε ἐν τέλ.) Πέμπω, ῥίπτω, ὀϊστὸν ἀπὸ νευρῆφιν ἴαλλεν Ἰλ. Θ. 300, 309· ἀλλ’ ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. τὸ πλεῖστον ἐν τῇ φράσει, ἐπ’ ὀνείατα χεῖρας ἴαλλον, ἐξέτεινον τὰς χεῖράς των εἰς τὰ φαγητά· καὶ οὕτως. ἐπὶ σίτῳ χεῖρας ἴαλλον Ὀδ. Κ. 376· ἑτάροις ἔπι χεῖρας ἴαλλε, ἐπέθηκε χεῖρας ἐπὶ τῶν συντρόφων μου, Ι. 288· περὶ χερσὶ δὲ δεσμὸν ἴηλα, «περιέβαλον» (Σχόλ.), Ἰλ. Ο. 19· ἐπὶ δεσμὸν ἴηλε Ὀδ. Θ. 447. 2) σπανίως μετ’ αἰτ. ἀντικειμ., ὡς τὸ ἰάπτω 2, ἄριστον ἀτιμίῃσιν ἰάλλειν, περιβάλλειν δι’ ἀτιμιῶν, Λατ. ignominia petere, Ὀδ. Ν. 142, 3) βραδύτερον, ἁπλῶς ἐξαποστέλλω, πέμπω, ἄγγελον Θέογν. 473, πρβλ. Αἰσχύλ. Χο. 45· ἐπὶ Δωδώνης... θεοπρόπους ἴαλλεν ὁ αὐτ. ἐν Πρ. 659· Δίκην ἴαλλε σύμμαχον ὁ αὐτ. ἐν Χο. 497· ἰ. ἄτρακτον, ἐξακοντίζει βέλος, Ἀνθ. Π. 5. 188· Φθίᾳ ἐλεύθερον ἦμαρ ἰ., πέμπειν…, αὐτόθι 7. 529· ἰάλειν ὑλακήν, ἀπολύειν τὴν γλῶσσαν, ὠρύεσθαι, αὐτόθι 7. 69· ἰάλλειν ἴχνος, τιθέναι τὸν πόδα, Νικ. Ἀλεξιφ. 242. ΙΙ. ἀμεταβ. (ἐξυπακ. τοῦ ἑαυτόν), ἐξαποστέλλω ἐμαυτόν, δηλ. φεύγω, τρέχω, Ἡσ. Θ. 269· πρβλ. ἰάπτω. ― Ἐπικ. Λέξ. ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἀττ., ἔδει νὰ ἦτο ἱάλλω κατὰ τὸν Ἀρκάδ. (Ὁ Κούρτ. παρβάλλει τὴν Σανσκρ. ῥίζαν ar, μετ’ ἀναδιπλασ. Iy-ar, iy-armi (moveor, tollor)· Ἀρχ. Ὑψηλ. Γερμ. îl-an (eilen)· ὥστε τὸ ι εἶναι ἐξ ἀναδιπλ.).

French (Bailly abrégé)

impf. ἴαλλον, f. et pf. inus., ao. ἴηλα;
1 lancer, jeter, envoyer : ὀϊστὸν ἀπὸ νευρῆφιν IL lancer un trait d’un arc ; ἐπί τινι χεῖρας ἰάλλειν OD porter la main sur qch (sur la nourriture) ; περὶ χερσὶ δεσμὸν ἰ. IL jeter des liens autour des mains;
2 fig. frapper, atteindre : τινα ἀτιμίῃσιν OD lancer des outrages contre qqn.
Étymologie: R. Ἀλ, s’élancer ; sel. d’autres, de ἄλλομαι avec redoubl.

English (Autenrieth)

aor. ἴηλα, inf. ἰῆλαι: send, mostly implying quick motion toward some definite point; freq. ἐπ' ὀνείατα χεῖρας ἰάλλειν, ‘apply’ the hands to viands, Il. 9.91, etc.; ἑτάροις ἐπὶ (adv.) χεῖρας ἴαλλεν, ‘flung out’ his arms to them, Od. 9.288 ; ὀιστὸν ἀπὸ νευρῆφιν ἴαλλεν | Ἕκτορος ἀντικρύ, Il. 8.300; ἐπὶ (adv.) δεσμὸν ἴηλον, ‘whip’ on a knot, Od. 8.443, cf. 497; met., ἀτῖμίῃσιν ἰάλλειν, ‘assail’ as with missiles, Od. 13.142.

Greek Monolingual

ἰάλλω, αττ. τ. ἱάλλω (Α)
1. ρίχνω, εκτοξεύω, εκσφενδονίζω («ὀϊστὸν ἀπὸ νευρῆφιν ἴαλλεν», Ομ. Ιλ.)
2. στέλνω, εξαποστέλλω («κἀπὶ Δωδώνης... θεοπρόπους ἴαλλεν», Αισχύλ.)
3. βρίσκω
4. φεύγω, τρέχω ή πετώ
5. φρ. α) «περὶ χερσὶ δὲ δεσμόν ἴηλα» — έβαλα δεσμά στα χέρια του (Ομ. Ιλ.)
β) «ἐπ' ὀνείατα χεῑρας ἴαλλον» — άπλωναν τα χέρια στα φαγητά (Ομ. Οδ.)
γ) «έτάροις επί χεῑρας ἴαλλεν» — σήκωνε το χέρι να χτυπήσει τους συντρόφους (Ομ. Οδ.)
δ) «ἄριστον ἀτιμίῃσιν ἰάλλειν» — να περιβάλλει τον άριστο με ατιμίες (Ομ. Οδ.)
ε)«ἰάλλω ἴχνος» — πατώ το πόδι μου ώστε να φαίνεται η πατημασιά μου (Νίκ.)
στ) «ίάλλω ύλακήν» — γαβγίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ανάγεται σε -αλ-ψω και εμφανίζει ενεστωτικό αναδιπλασιασμό (ι-), ο οποίος διατηρείται και στους άλλους χρόνους (πρβλ. μέλλ. ἰαλώ, αόρ. ἰῆλαι). Η δασύτητα του τ. ἱάλλω, που μαρτυρείται στον Ηρωδιανό και στους τ. φιαλείς, φιαλούμεν (Αριστοφάνης) αντί επ-ιαλ-, μπορεί να ερμηνευθεί από σύνδεση του με το ἅλλομαι «πηδώ». Φαίνεται όμως πιθανότερο ότι η δασύτητα αυτή οφείλεται σε παρετυμολογική σύνδεση του ἱάλλω με το ἵημι «ρίχνω». Το ἰάλλω συνδέεται ετυμολογικώς με τον αρχ. ινδ. αθέματο ενεστ. (με αναδιπλασιασμό) iy-ar-ti «θέτω σε κίνηση».
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αρχ. απιάλλω, εξιάλλω, επιάλλω, επιπροϊάλλω, εσιάλλω, περιιάλλω, προϊάλλω, φιάλλω.

Greek Monotonic

ἰάλλω: μέλ. ἰᾰλῶ, αόρ. αʹ ἴηλα·
I. 1. στέλνω, ρίχνω ὀϊστὸν ἀπὸ νευρῆφιν ἴαλλεν, σε Ομήρ. Ιλ.· ἐπ' ὀνείατα χεῖρας ἴαλλον, άπλωσαν τα χέρια τους προς τα φαγητά, σε Όμηρ.· περὶ χερσὶ δεσμὸν ἴηλα, έδεσα αλυσίδες γύρω από τα χέρια, σε Ομήρ. Ιλ.
2. επιτίθεμαι, προσβάλλω, κάνω επιδρομή, ἀτιμίῃσιν ἰάλλειν τινά, προσβάλλω με λοιδορίες κάποιον, ατιμάζω, σε Ομήρ. Οδ.
3. αποστέλλω, σε Θέογν., Αισχύλ.
II. αμτβ. (ενν. ἑαυτόν), αποπέμπω τον εαυτό μου, δηλ. φεύγω, τρέχω, δραπετεύω, σε Ησίοδ.

Russian (Dvoretsky)

ἰάλλω: (ῐ, но в формах с приращением - ῑ)
1) посылать, пускать (ὀϊοτὸν ἀπὸ νευρῆφιν Hom.);
2) отправлять (θεοπρόπους ἔς τε Πυθὼ κἀπὶ Δωδώνης Aesch.; ἄγγελον Anth.): ἰ. χεῖρας ἐπὶ σίτῳ Hom. протянуть руки к хлебу, к пище;
3) ввергать (во что-л.): τινὰ ἀτιμίῃσιν ἰ. Hom. относиться к кому-л. с презрением;
4) (нис)посылать, даровать (ἐλεύθερον ἦμάρ τινι Anth.);
5) налагать (δεσμὸν περὶ χερσί Hom.);
6) испускать, издавать (ὑλακήν τινι Anth.);
7) (sc. ἑαυτόν) устремляться, налетать (Ἃρπυιαι ἴαλλον Hes.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: send forth, put forth, dispatch (Il.; also Th. 5, 77, Dor.); intr. flee (Hes. Th. 269).
Other forms: Aor. ἰῆλαι, Dor. (Sophr.) ἰᾶλαι, fut. ἰαλῶ (ἐπ- Ar. Nu. 1299).
Compounds: Also with prefix, e. g. ἐπ- (ἐφ-, cf. below), προ-,
Derivatives: Ίάλμενος PN (Il.), cf. below.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [909] *sel- set in movement
Etymology: A reduplicated yot-present, of which the reduplication was preserved in the non-present forms, i. e. *ἰ-αλ-ι̯ω. If the aspiration in ἱάλλω (Hdn. Gr. 1, 539; also in φιαλεῖς [Ar. V. 1348] and φιαλοῦμεν [Ar. Pax 432] for (ἐ)πιαλ-) is original, ἱάλλω could belong to ἅλλομαι (Leumann Hom. Wörter 80 n. 45). As however the aspiration can be due to folketymologisal connection with ἵημι, the connection proposed by Kuhn KZ 5, 195f. with Skt. present íy-ar-ti incite, sets in motion (cf. Ίάλ-μενος) seems to be the best solution. - Older ideas in Bq. - Narten connects Skt. sísarti 1stretch out, draw out (but no to sisrate), Münch. Stud. Spr. 26 (1969) 77ff.

Middle Liddell


I. to send forth, ὀϊστὸν ἀπὸ νευρῆφιν ἴαλλεν Il.; ἐπ' ὀνείατα χεῖρας ἴαλλον they put forth their hands to the dishes, Hom.; περὶ χερσὶ δεσμὸν ἴηλα threw chains around thy arms, Il.
2. to attack, assail, ἀτιμίηισιν ἰάλλειν τινά to assail him with reproaches, Od.
3. to send, Theogn., Aesch.
II. intr. (sub. ἑαυτόν), to send oneself on, i. e. to flee, run, fly, Hes.

Frisk Etymology German

ἰάλλω: {iállō}
Forms: Aor. ἰῆλαι, dor. (Sophr.) ἰᾶλαι, Fut. ἰαλῶ (ἐπ- Ar. Nu. 1299),
Grammar: v.
Meaning: absenden, ausstrecken (ep. poet. seit Il.; auch Th. 5, 77, dor. Vertragsurkunde); intr. wegfliehen (Hes. Th. 269).
Composita : auch mit Präfix, z. B. ἐπ- (ἐφ-, vgl. unten), προ-,
Derivative: Dazu Ἰάλμενος PN (Il. usw.), vgl. unten.
Etymology : Als redupliziertes Jotpräsens, dessen Reduplikation auch in den außerpräsentischen Formen beibehalten wurde, läßt sich ἰάλλω in *ἰαλι̯ω zerlegen. Wenn die Aspiration in ἱάλλω (Hdn. Gr. 1, 539; dazu noch φιαλεῖς [Ar. V. 1348] und φιαλοῦμεν [Ar. Pax 432] für (ἐ)πιαλ-) ursprünglich ist, könnte ἱάλλω zu ἅλλομαι gehören (Leumann Hom. Wörter 80 A. 45). Da sich indessen der Hauch durch volksetymologischen Anschluß an ἵημι (mit dem v. Wilamowitz zu Eur. Her. V. 1064 ἰάλλω tatsächlich verknüpft) erklären läßt, scheint die schon von Kuhn KZ 5, 195f. vorgeschlagene Zusammenstellung mit dem ebenfalls reduplizierten aber athematischen aind. Präsens íy-ar-ti erregt, setzt in Bewegung (vgl. Ἰάλμενος) immer die beste Lösung zu bieten; als weitere Verwandte kommen dann die unter ἐλαύνω besprochenen Verba in Betracht. — Ältere Lit. und überholte Etymologien bei Bq.
Page 1,703