Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰήϊος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰήϊος Medium diacritics: ἰήϊος Low diacritics: ιήϊος Capitals: ΙΗΪΟΣ
Transliteration A: iḗïos Transliteration B: iēios Transliteration C: iiios Beta Code: i)h/i+os

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον (v. infr. 11), epith. of Apollo, the god

   A invoked with the cry ἰή or ἰὴ παιών (v. ἰή), ἰήϊε παιάν Pi.Pae.2.35, cf. A.Ag.146, S.OT154 (both lyr.), 1096, Ar.V.874, A.R.2.702, Duris 79J.    II mournful, grievous, ἰήϊοι κάματοι S.OT174 (lyr.); ἰήϊος βοά, γόος, a cry of mourning, E.Ph.1036, El.1211 (both lyr.). (From the cry ἰή, as Εὔιος from εὐοἵ; but also associated with ἰάομαι, Hsch. (hence applied to Asclepius, IG3.171); and, as ἱήϊος, with ἵημι, Hsch., Macr.Sat.1.17.16.)

German (Pape)

[Seite 1244] 1) Beiw. des Apollo, entweder der mit ἰὴ ἰὴ παιάν angerufen wird, Ap. Rh. 2, 712 ff., mit Hindeutung auf sein Schießen (vgl. ἰή), od. geradezu von ἵημι, u. deswegen ἱήϊος geschrieben, Hesych., od. von ἰάομαι, der heilende Gott, vgl. Macrob. Saturn. 1, 17, od. von ἰή, wie εὔ, ος von εὐοῖ, der in Wehen und Nöthen Angerufene, s. nachher; ἰήϊον δὲ καλέω Παιᾶνα Aesch. Ag. 144; ἰήϊε Δάλιε Παιάν Soph. O. R. 154; ἰήϊε Φοῖβε 1096; ἰήϊε παιάν Ar. Vesp. 874. – 21 klagend, jammervoll; ἰήϊον κλύων γόον μητρός, der Klagegesang, Weheruf, Eur. El. 1211; ἰήϊοι κάματοι, qualvolle Geburtsschmerzen, Soph. O. R. 173. Vgl. ἤϊος.

Greek (Liddell-Scott)

ἰήϊος: -α, -ον, ὡσαύτως ος, ον, ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνος (πρβλ. ἤϊος), ὃν ἐπεκαλοῦντο διὰ τῆς κραυγῆς ἰὴ ἢ ἰὴ παιών (ἴδε ἐν λέξ. ἰή), Αἰσχύλ. Ἀγ. 146, Σοφ. Ο. Τ. 154, 1096, Ἀριστοφ. Σφ. 874, πρβλ. Ἀπόλλ. Ρόδ. Β. 702. κἑξ. ΙΙ. θλιβερός, οἰκτρός, λυπηρός, ἰήϊοι κάματοι Σοφ. Ο. Τ. 174˙ ἰήϊος βοά, γόος, κραυγὴ θλίψεως, θρῆνος, κωκυτός, Εὐρ. Φοιν. 1036, Ἠλ. 1210. Ἐκ τῆς κραυγῆς ἰή, πρβλ. Εὔιος˙ ἀλλ’ ἐσχετίζετο ὡσαύτως μετὰ τοῦ ἰάομαι, καὶ ἑπομένως ἀπετείνετο καὶ εἰς τὸν Ἀσκληπιόν, Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 1027. 6, ἴδε καὶ Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qu’on invoque avec le cri ἰή ou ἰὴ παιών, ou sel. d’autres, qui guérit (cf. ἰάομαι) ép. d’Apollon;
2 accompagné de cris de douleur ou de grands cris.
Étymologie: ἰή.

Greek Monolingual

ἰήϊος, -ον, θηλ. και ἰηΐα (Α)
1. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Ἰήϊος
επίθ. του Απόλλωνος, του θεού τον οποίο επικαλούνταν οι λάτρεις του με την κραυγή ἰὴ ή ἰὴ παιών, ἰὴ παιάν
2. επίπονος, θλιβερός, λυπηρός
3. φρ. «ἰήϊος βοά» και «ἰήϊος γόος» — κραυγή θλίψης, θρήνος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰή. Η λ. από τη γλώσσα του Ησύχ. ἰήιοςδασέως μὲν ὁ Ἀπόλλων ἀπὸ τῆς ἀφέσεως καὶ τῆς τοξείας, ψιλῶς δὲ ἀπὸ τῆς ἰάσεως...») συνδέθηκε παρετυμολογικά με το ἵημι. Η λ. ἰήϊος χρησιμοποιείται ως επίθ. του Απόλλωνος και στην τραγωδία ως επίθ. τών λ. βοά, γόος, κάματος.

Greek Monotonic

ἰήϊος: -α, -ον και -ος, -ον,
I. αυτός τον οποίο επικαλούνται με την ιαχή ἰή, επίθ. για τον Απόλλωνα, σε Αισχύλ. κ.λπ.
II. θλιβερός, οικτρός, λυπηρός, σε Σοφ.· ἰήιος βοά, γόος, κραυγή θλίψης, θρήνος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἰήϊος: [ἰή I]
1) исторгающий вопли, т. е. мучительный: ἰήϊοι κάματοι τόκοισιν Soph. тяжелые родовые муки;
2) горестный, скорбный (βοά, γόος Eur.);
3) призываемый возгласом «ἰή!» (эпитет Аполлона): ἰήϊε Φοῖβε! Soph. о, Феб-заступник!

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: adjunct of Apollon, "who is called with ἰή (παιών)", also ἰήϊε παιάν; also of βοά, γόος, κάματοι accompanied by laments (Pi., Trag. in lyr., A. R.).
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: From the interjection ἰή (A., Ar., Call.; to which pl. ἰῆτε (Pi. P. 6, 120), but rather a form of ἵημι; thus ἱή Call. H.Ap. 103; see Strunk Glotta 38 (1960) 79-82); Wackernagel Philol. 95, 184 = Kl. Schr. 2, 883). Here ἰάζω cry (Theognost.). Cf. ἤϊε and Εὔιος. - By the ancients wrongly derived from ἵημι ("ἀπὸ τῆς ἀφέσεως καὶ τοξείας" H.).

Frisk Etymology German

ἰήϊος: {iḗïos}
Meaning: Beiwort des Apollon, "der mit ἰή (παιών) angerufene", auch ἰήϊε παιάν; außerdem von βοά, γόος, κάματοι aus Wehrufen bestehend, von Wehrufen begleitet (Pi., Trag. in lyr., A. R. u. a.).
Etymology : Aus der Interjektion ἰή (wozu pl. ἰῆτε [Pi.]; Wackernagel Philol. 95, 184 = Kl. Schr. 2, 883); vgl. ἤϊε und Εὔιος. — Von den Alten falsch auch auf ἵημι bezogen ("ἀπὸ τῆς ἀφέσεως καὶ τοξείας" H.).
Page 1,714