Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰίζω

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἰίζω Medium diacritics: ἰίζω Low diacritics: ιίζω Capitals: ΙΙΖΩ
Transliteration A: iízō Transliteration B: iizō Transliteration C: iizo Beta Code: i)i/zw

English (LSJ)

(ἰός)

   A to be like rust, ferruginous, Dsc.5.75, 103.

Greek (Liddell-Scott)

ἰίζω: (ἰός) εἶμαι πλήρης ἰοῦ δηλ. σκωρίας, ἐσκωριασμένος, φαίνομαι ὡς σκωρία, Διοσκ. 5. 119 (120).

Greek Monolingual

ἰίζω (Α)
μοιάζω με σκουριά, είμαι σκουριασμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰός (IV) «σκουριά» + κατάλ. -ίζω (πρβλ. αρχ-ίζω, ριπ-ίζω)].