Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰαχέω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἰᾰχέω Medium diacritics: ἰαχέω Low diacritics: ιαχέω Capitals: ΙΑΧΕΩ
Transliteration A: iachéō Transliteration B: iacheō Transliteration C: iacheo Beta Code: i)axe/w

English (LSJ)

aor. 1

   A ἰάχησα h.Cer.20, AP7.745 (Antip. Sid.):— = ἰάχω, cry, shout, used by Trag. in lyr., E.Heracl.752, El.1150, Or.826, 965, etc.: c. acc. cogn., ἰαχεῖν μέλος, αἴλινον, Id.Tr.515, HF349; [ἀοιδάν] Ar.Ra.217; χρησμόν IG7.4240b2.    2 rarely c. acc. obj., bewail, νέκυν ὀλόμενον E.Ph.1295, cf. [1523]:—Pass., κᾷτ' ἰαχήθης . . ἄδικος thou wert proclaimed . ., Id.Hel.1147 (prob. for καὶ ἰαχὴ σή . .).    II of things, sound, γαῖα σμερδαλέον ἰάχησεν h.Hom.28.11; τρίποδες ἰαχεῦσι Call.Del.146, cf. Orph.A.997, etc.; ὀλολύγματα ἰαχεῖ E.Heracl. 783. [ᾰ in Ep.: ᾱ in Trag. (it is unnecessary to write ἰακχ- when a is long): ᾱ in IG l.c.: Ϝῐ, cf. sq.]

German (Pape)

[Seite 1234] = ἰάχω; aor. ἰάχησε, φωνῇ H. h. Cer. 20; οὐδὲ μάτην ἰάχησας Ant. Sid. 78 (VII, 745); sp. D. – Das praes. bei den Tragg., ὕμνον Ἐρινύος ἰαχεῖν, erschallen lassen, Aesch. Spt. 850; ἰαχείτω γᾶ Eur. Or. 963; ὀλολύγματα ἰαχεῖ Hel. 1502; ἰάχησε Or. 824 u. öfter, wo oft v. l. ἰακχέω, was, wenn die mittlere Sylbe lang ist, aufzunehmen scheint, während Andere überall ἀχέω einführen wollen. – Auch pass., ἰαχήθης ἄδικος, du bist ausgeschrieen als, Eur. Hel. 1147.

Greek (Liddell-Scott)

ἰᾰχέω: μέλλ. -ήσω: ἀόρ. ἰάχησα, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 20, Ἀνθ. Π. 7. 745. (Οἱ Τραγ. μετεχειρίζοντο τὴν λέξ. μόνον ἐν Λυρ. χωρίοις, καὶ τὰ Ἀντίγραφα συνεχῶς παρέχουσι τὸν τύπον ἰαχέω, εἴτε μακρὸν εἶναι τὸ α εἴτε βραχύ: ὅπου εἶναι μακρόν, ὁ Πόρσων (ᾧ ἀκολουθοῦσιν ὁ Ἕρμαν. καὶ ὁ Δινδ.) γράφει ἰακχέω (πρβλ. ἰαχή, ἰάκχιος), Εὐρ. Ἡρακλ. 752, 783, Ὀρ. 826, 965, κτλ., ἐνῷ ὁ Elmsl. ἐν Ἡρακλ. 752, ἐν Μηδ. 201, ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ α ἠδύνατο νὰ ἐπιμηκυνθῇ διὰ τῆς προφορᾶς πρὸ τοῦ χ ὡς τὸ ο πρὸ τοῦ φ (ἴδε ὄφις). - Ἐν πολλοῖς ἄλλοις χωρίοις τὸ ἰαχεῖν εἰσήχθη ὑπὸ τῶν Ἀντιγραφέων ἀντὶ τοῦ ἀχεῖν (Δωρ. τύπος τοῦ ἠχεῖν, εὔχρηστον παρὰ Τραγ. ἔτι καὶ ἐν ἀναπαίστοις), ἴδε ἐν λ. ἀχέω ᾱ, ἠχέω. Κραυγάζω, κράζω, φωνάζω, «χουγιάζω», ὡς τὸ ἰάχω, Εὐρ. Ἡρακλ. 752, Ἠλ. 1150, Ὀρ. 826, 965, κτλ.· - μετὰ συστοίχ. αἰτ., ἰαχεῖν μέλος ὁ αὐτ. ἐν Τρῳ. 516, αἴλινον ἐν Ἡρ.Μαιν. 349· ἀοιδᾶν Ἀριστοφ. Βάτρ. 217· πρβλ. ἠχέω ΙΙ. 2) σπανίως μετ’ αἰτ. ἀντικειμένου, νέκυν ὀλόμενον, θρηνῶ, ὀδύρομαι διὰ..., Εὐρ. Φοίν. 1295, πρβλ. 1523: - Παθ., κᾆτ’ ἰαχήθης... ἄδικος, προεκηρύχθης..., ὁ αὐτ. ἐν Ἑλ. 1147 (κατὰ τὸν Ἕρμαννον ἀντὶ τοῦ καὶ ἰαχὴ σή...). ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, ἠχῶ, ἐκβάλλω ἦχον, Ὁμ. Ὕμν. 27. 11, Καλλ. εἰς Δῆλ. 146, Ὀρφ., κτλ.· ὀλολύγματα ἰαχεῖ Εὐρ. Ἡρακλ. 783.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. ἰαχήσω, ao. ἰάχησα, pf. inus.
Pass. ao. ἰαχήθην;
crier, pousser un cri.
Étymologie: ἰαχή.

English (Slater)

ῐαχέω
   1 roar ἰαχεῖ βαρυφθεγκτᾶν ἀγέλαι λεόντων fr. 239.

Greek Monotonic

ἰᾰχέω: μέλ. -ήσω, αόρ. αʹ ἰάχησα·
I. 1. κραυγάζω, κράζω, φωνάζω, όπως το ἰάχω, σε Ευρ. κ.λπ.· με σύστ. αντ., ἰαχεῖν μέλος, στον ίδ.· ἀοιδάν, σε Αριστοφ.
2. θρηνώ, οδύρομαι για, σε Ευρ.
II. λέγεται για πράγματα, ηχώ, παράγω ήχο, αντηχώ, σε Ομηρ. Ύμν., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἰᾰχέω: иногда ἰακχέω
1) (тж. ἰ. φωνῇ HH) поднимать голос, кричать: ἰαχήσατε οὐρανῷ Eur. возопите к небу; ἱαχείτω γᾶ Κυκλωπία Eur. пусть огласится (скорбными) криками край Киклопов; ἀμφὶ γαῖα ἰάχησεν Hom. (от прыжка Афины) кругом застонала земля;
2) запевать, петь (ὕμνον Aesch.; αἴλινον, μέλος Eur.; ἀοιδάν Arph.);
3) причитать, оплакивать (νέκυν ὀλόμενον Eur. - v. l. ἀχέω);
4) объявлять, провозглашать: ἰαχήθης (v. l. ἰαχὴ σὴ) ἄδικος Eur. ты прослыла (женщиной) бесчестной;
5) раздаваться, звучать: ὀλολύγματα ἰαχεῖ Eur. раздаются клики (дев в честь Афины).

Middle Liddell

ἰᾰχέω, fut. -ήσω
I. to cry, shout, shriek, like ἰάχω, Eur., etc.:—c. acc. cogn., ἰαχεῖν μέλος Eur.; ἀοιδάν Ar.
2. to bewail, lament, Eur.
II. of things, to sound, Hhymn., Eur. [from ἰᾰχή]