Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰβιοπρόσωπος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἰβῐοπρόσωπος Medium diacritics: ἰβιοπρόσωπος Low diacritics: ιβιοπρόσωπος Capitals: ΙΒΙΟΠΡΟΣΩΠΟΣ
Transliteration A: ibioprósōpos Transliteration B: ibioprosōpos Transliteration C: ivioprosopos Beta Code: i)biopro/swpos

English (LSJ)

ον,

   A ibis-faced, PMag.Leid.V.5.6.

Spanish

de rostro de ibis

Greek Monolingual

ἰβιοπρόσωπος, -ον (Α)
αυτός που έχει πρόσωπο ίβιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ίβις, -ιος + -πρόσωπος (< πρόσωπον), πρβλ. α-πρόσωπος.