Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰγδοκόπανον

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἰγδοκόπᾰνον Medium diacritics: ἰγδοκόπανον Low diacritics: ιγδοκόπανον Capitals: ΙΓΔΟΚΟΠΑΝΟΝ
Transliteration A: igdokópanon Transliteration B: igdokopanon Transliteration C: igdokopanon Beta Code: i)gdoko/panon

English (LSJ)

τό, A a pestle, Sch.Il.11.147 (ap. Valck.Animadv.ad Ammon.p.140, ὀγδ- cod.). ἰγδόλης· ὁ ἐπὶ μέρει γεωργῶν, Hsch. ἴγκρος, ὁ,= ἐγκέφαλος, Hdn.Gr.1.204, Hsch. ἷγμαι, ἱγμένος, pf. of ἱκνέομαι. ἰγμαλέος, α, ον,= ἰκμ-, Hdn.Gr.2.523. ἰγμή: βοή, Hsch. (for ἰυγμή or ἰυγή). ἴγνην, v. ἴγδην.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

ἰγδοκόπᾰνον: τό, «γουδοχέρι», Σχόλ. εἰς Ὁμ. Ἰλ. 147 (κατὰ διόρθωσιν... Valcken. ἀντὶ ὀγδοκόπανον).

Greek Monolingual

ἰγδοκόπανον, τὸ (Α)
το γουδοχέρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ίγδις + κόπανον.