Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰγδοκόπανον

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Full diacritics: ἰγδοκόπᾰνον Medium diacritics: ἰγδοκόπανον Low diacritics: ιγδοκόπανον Capitals: ΙΓΔΟΚΟΠΑΝΟΝ
Transliteration A: igdokópanon Transliteration B: igdokopanon Transliteration C: igdokopanon Beta Code: i)gdoko/panon

English (LSJ)

τό,

   A a pestle, Sch.Il.11.147 (ap. Valck.Animadv.ad Ammon.p.140, ὀγδ- cod.). ἰγδόλης· ὁ ἐπὶ μέρει γεωργῶν, Hsch. ἴγκρος, ὁ,= ἐγκέφαλος, Hdn.Gr.1.204, Hsch. ἷγμαι, ἱγμένος, pf. of ἱκνέομαι. ἰγμαλέος, α, ον,= ἰκμ-, Hdn.Gr.2.523. ἰγμή: βοή, Hsch. (for ἰυγμή or ἰυγή). ἴγνην, v. ἴγδην.

Greek (Liddell-Scott)

ἰγδοκόπᾰνον: τό, «γουδοχέρι», Σχόλ. εἰς Ὁμ. Ἰλ. 147 (κατὰ διόρθωσιν... Valcken. ἀντὶ ὀγδοκόπανον).

Greek Monolingual

ἰγδοκόπανον, τὸ (Α)
το γουδοχέρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ίγδις + κόπανον.