Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδιοκτήμων

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἰδῐοκτήμων Medium diacritics: ἰδιοκτήμων Low diacritics: ιδιοκτήμων Capitals: ΙΔΙΟΚΤΗΜΩΝ
Transliteration A: idioktḗmōn Transliteration B: idioktēmōn Transliteration C: idioktimon Beta Code: i)diokth/mwn

English (LSJ)

gen. ονος, ὁ,

   A private owner, PTeb.124.32 (ii B.C.), Heph.Astr.1.1.

Greek (Liddell-Scott)

ἰδιοκτήμων: -ον, ἔχων ἴδια κτήματα, Ἡφαιστ. Ἀποτελ. 12, 1: οὐσιαστ., ἰδιοκτημοσύνη, ἡ, Θ. Στουδ. σ. 1245· «ὅπου ἰδιοκτημοσύνη καὶ οὐ κοινότης, ἄπεστιν ἐκεῖθεν ὁ Χριστὸς» ὁ αὐτ. 1556, ἔκδ. Μί.

Greek Monolingual

ἰδιοκτήμων, -ονος, ὁ (Α)
αυτός που έχει δικά του κτήματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο- + -κτήμων (< κτήμα), πρβλ. α-κτήμων, γαιο-κτήμων].