Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδιολογία

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἰδῐολογία Medium diacritics: ἰδιολογία Low diacritics: ιδιολογία Capitals: ΙΔΙΟΛΟΓΙΑ
Transliteration A: idiología Transliteration B: idiologia Transliteration C: idiologia Beta Code: i)diologi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A subjective theorizing, dub. cj. in Epicur.Ep.2p.36U. (ἰδιαλογίας, ἤδη ἀλογίας codd.).    II private conversation, Charito 4.6.

German (Pape)

[Seite 1236] ἡ, ein Privatgespräch mit Einem, Charit. 4. 6; besondere Untersuchung, D. L. 10, 86.

Greek (Liddell-Scott)

ἰδιολογία: ἡ, ἰδιαιτέρα συνομιλία, Χαρίτων 4. 6· ἰδιαιτέρα συζήτησις, Ἐπίκουρ. παρὰ Διογ. Λ. 10. 86.

Greek Monolingual

η (Α ἰδιολογία) ιδιολόγος
νεοελλ.
το να μιλάει κάποιος συστηματικά για τον εαυτό του, η περιαυτολογία
αρχ.
1. ιδιαίτερη συνομιλία
2. υποκειμενική θεωρία κάποιου.

Russian (Dvoretsky)

ἰδιολογία: ἡ особое обсуждение, специальное исследование Diog. L.