Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδιοπεριόριστος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἰδῐοπεριόριστος Medium diacritics: ἰδιοπεριόριστος Low diacritics: ιδιοπεριόριστος Capitals: ΙΔΙΟΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟΣ
Transliteration A: idioperióristos Transliteration B: idioperioristos Transliteration C: idioperioristos Beta Code: i)dioperio/ristos

English (LSJ)

ον,

   A specially defined or limited, φύσις Suid. s.v. Θεόδωρος.

German (Pape)

[Seite 1236] mit eigener Begränzung, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἰδιοπεριόριστος: -ον, ἔχων διακεκριμένα ὅρια, καλῶς ὡρισμένος, «δύο φύσεις ἰδιοπεριορίστους ἐν Χριστῷ ὁμολογεῖσθαι» Θεόδ. Πρεσβύτ. παρὰ Σουΐδ. ἐν λ. Θεόδωρος (6). - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 467.

Greek Monolingual

ἰδιοπεριόριστος, -ον (ΑΜ) ο αυτοοριζόμενος, αυτός που ορίζεται αφ' εαυτού, αυτός που έχει σαφή όρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ίδιο- + περιορίζω.