Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδιόγραφος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰδῐόγρᾰφος Medium diacritics: ἰδιόγραφος Low diacritics: ιδιόγραφος Capitals: ΙΔΙΟΓΡΑΦΟΣ
Transliteration A: idiógraphos Transliteration B: idiographos Transliteration C: idiografos Beta Code: i)dio/grafos

English (LSJ)

ον,

   A written with one's own hand, autograph, liber Vergilii, Gell.9.14.7, cf. POxy.250.13 (i A.D.), etc.:—Subst. -γραφον, τό, autograph, PFlor. 27.13 (iv A.D.), etc.    2 specially or separately written, ψαλμὸς ἰ. εἰς Δαυίδ LXXPs.151 tit.

German (Pape)

[Seite 1236] eigenhändig geschrieben, Gell. N. A. 9, 14.

Greek (Liddell-Scott)

ἰδιόγρᾰφος: -ον, ἰδιοχείρως γεγραμμένος, «οὗτος ὁ ψαλμὸς ἰδιόγραφος εἰς Δαυῒδ καὶ ἔξωθεν τοῦ ἀριθμοῦ, ὅτε ἐμονομάχησε τῷ Γολιὰθ» Ἑβδ. (ἐπιγραφὴ τοῦ τελευταίου ψαλμοῦ)˙ τὸ ἰδιόγραφον, = αὐτόγραφον, Gell. 9. 14, 7.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ιδιόγραφος, -ον)
1. αυτός που γράφηκε ιδιοχείρως από κάποιον, ο αυτόγραφος («ιδιόγραφη διαθήκη»)
2. το ουδ. ως ουσ. το ιδιόγραφο(ν)
το αυτόγραφο
μσν.-αρχ.
1. αυτός που γράφηκε ειδικά για κάποιον ή για κάτιψαλμός ἰδιόγραφος εἰς Δαυΐδ», ΠΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο- + -γραφος (< γράφω), πρβλ. έγ-γραφος, χειρό-γραφος].

Russian (Dvoretsky)

ἰδιόγρᾰφος: (ῐδ) собственноручно написанный (liber Gell.).