Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδιόχειρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰδῐόχειρος Medium diacritics: ἰδιόχειρος Low diacritics: ιδιόχειρος Capitals: ΙΔΙΟΧΕΙΡΟΣ
Transliteration A: idiócheiros Transliteration B: idiocheiros Transliteration C: idiocheiros Beta Code: i)dio/xeiros

English (LSJ)

ον,

   A autographed, ἀπογραφή Just.Nov.48.1 Intr.: Subst. -χειρον, τό, ib.49.2.1.

German (Pape)

[Seite 1237] eigenhändig; τὸ ἰδιόχειρον, Originalhandschrift, Sp.; auch ἰδιοχείρως ὑπογράψαι.

Greek (Liddell-Scott)

ἰδιόχειρος: -ον, γεγραμμένος διὰ τῆς ἰδίας χειρός τινος, Boisson. Ἀνέκδ. 3. σ. 350· τὸ ἰδιόχειρον, πρωτότυπον χειρόγραφον, Βυζ. - Ἐπίρρ. -ρως, τῇ ἰδίᾳ χειρί, Γεώργ. Κεδρην. σ. 384Β.

Greek Monolingual

-η, -ο, θηλ. και -ος (ΑΜ ιδιόχειρος, -ον)
αυτός που γίνεται ή γράφεται με το ίδιο το χέρι κάποιου («ιδιόχειρος διαθήκη»)
νεοελλ.
φρ. «ιδιόχειρη επίδοση της επιστολής» — η παράδοση της επιστολής στα χέρια αυτού προς τον οποίο απευθύνεται
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἰδιόχειρον
το πρωτότυπο χειρόγραφο.
επίρρ...
ιδιοχείρως (Μ ἰδιοχείρως)
με ή στα ίδια τα χέρια κάποιου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο- + -χειρος (< χειρ, η «χέρι»), πρβλ. αυτό-χειρος, πρό-χειρος].