Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδιόχρεος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἰδῐόχρεος Medium diacritics: ἰδιόχρεος Low diacritics: ιδιόχρεος Capitals: ΙΔΙΟΧΡΕΟΣ
Transliteration A: idióchreos Transliteration B: idiochreos Transliteration C: idiochreos Beta Code: i)dio/xreos

English (LSJ)

ον,

   A carrying a personal obligation, σύμβολα Sammelb. 4638.15 (ii B.C.).

Greek Monolingual

ἰδιόχρεος, -ον (Α)
αυτός που συνεπάγεται προσωπική υποχρέωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο- + -χρεος (< χρέος), πρβλ. αξιό-χρεος, υπό-χρεος].