Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδυῖα

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ἰδυῖα Medium diacritics: ἰδυῖα Low diacritics: ιδυία Capitals: ΙΔΥΙΑ
Transliteration A: idyîa Transliteration B: iduia Transliteration C: idyia Beta Code: i)dui=a

English (LSJ)

[ῐ], ἡ, Ep. for εἰδυῖα, part. fem. of οἶδα;

   A v. εἴδω.

German (Pape)

[Seite 1239] ep. = εἰδυῖα, s. οἶδα.

Greek (Liddell-Scott)

ἰδυῖα: ῑ, ἡ, Ἐπικ. ἀντὶ τοῦ εἰδυῖα, μετοχ. θηλ. τοῦ οἶδα, ἰδυίῃ πάντα Ἰλ. Α. 365· ἀλλαχοῦ παρ’ Ὁμήρ. ἐν τῇ φράσει: ἰδυίῃσι πραπίδεσσιν, «ἐπιστήμοσιν, ἐμπείροις φρεσὶν ἢ διανοίαις» (Σχόλ.), ἀείποτε δὲ ἐπὶ τοῦ Ἡφαίστου, ὡς ἐν Ἰλ. Α. 608, κτλ.

French (Bailly abrégé)

épq. ἰδυίη;
seul. dat. pl., dans la locut. ἰδυίῃσι πραπίδεσσιν IL par son esprit savant, par son art ingénieux.
Étymologie: c. εἰδυῖα, fém. de εἰδώς.

English (Autenrieth)

see εἴδω (II.).

Greek Monotonic

ἰδυῖα: [ῑ], ἡ, Επικ. αντί εἰδυῖα, θηλ. μτχ. του οἶδα· ως επίθ., ἰδυίῃσι πραπίδεσσιν, με έμπειρο, γνωστικό μυαλό, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἰδυῖα: эп. ἰδυίη эп. (= εἰδυῖα part. f к *εἴδω; преимущ. dat. pl.) сведущая, умелая, опытная, искусная: ἰδυίῃσι πραπίδεσσιν Hom. опытным нутром, т. е. изобретательным умом, высоким мастерством (Гефеста).

Middle Liddell

ἰ¯δυῖα, ἡ, [epic for εἰδυῖα, part. fem. of οἶδα
as adj., ἰδυίῃσι πραπίδεσσιν with knowing, skilful mind, Il.