Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰθυκέλευθος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἰθυκέλευθος Medium diacritics: ἰθυκέλευθος Low diacritics: ιθυκέλευθος Capitals: ΙΘΥΚΕΛΕΥΘΟΣ
Transliteration A: ithykéleuthos Transliteration B: ithykeleuthos Transliteration C: ithykelefthos Beta Code: i)quke/leuqos

English (LSJ)

ον,

   A straight-going, Nonn.D.15.365.

German (Pape)

[Seite 1245] gerade gehend, gerades Weges, Nonn. D. 15, 364.

Greek (Liddell-Scott)

ἰθῠκέλευθος: ῑ, ον, πορευόμενος τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν χωρὶς νὰ παρεκκλίνῃ δεξιὰ ἢ ἀριστερά, ἐπὶ βέλους, Νόνν. Δ. 15. 364.

Greek Monolingual

ἰθυκέλευθος, -ον (Α)
(για βέλος) αυτός που ακολουθεί ευθεία κίνηση, αυτός που πηγαίνει κατευθείαν μπροστά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰθύς (Ι) + κέλευθος «δρόμος, οδός»].