Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰθυμαχία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἰθυμᾰχία Medium diacritics: ἰθυμαχία Low diacritics: ιθυμαχία Capitals: ΙΘΥΜΑΧΙΑ
Transliteration A: ithymachía Transliteration B: ithymachia Transliteration C: ithymachia Beta Code: i)qumaxi/a

English (LSJ)

Ion. -ίη, ἡ,

   A fair, stand-up fight, ἰ. ποιέεσθαι Hdt.4.120; ἰθυμαχίῃ διώσασθαι στρατόν ib.102.

German (Pape)

[Seite 1245] ἡ, die offene Schlacht, Her. 4, 120.

Greek (Liddell-Scott)

ἰθῠμᾰχία: Ἰων. -ίη, ἡ, μάχη καλή, δικαία, εἰλικρινής, ἰθ. ποιέεσθαι Ἡρόδ. 4. 120· ἰθυμαχίη διώσασθαί τινα αὐτόθι 102.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
combat en rase campagne.
Étymologie: ἰθυμάχος.

Greek Monolingual

ἰθυμαχία και ἰθυμαχίη, ἡ (Α) ιθυμαχώ
1. δίκαιη, τίμια μάχη
2. μάχη σε ανοιχτό πεδίο.

Greek Monotonic

ἰθῠμᾰχία: Ιων. -ίη, ἡ, δίκαιη, ειλικρινής μάχη, σε Ηρόδ.

Middle Liddell

ἰθῠμᾰχία, ἡ,
a fair, stand-up fight, Hdt. [from ἰ¯θῠμάχος]