Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰκμαίνω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰκμαίνω Medium diacritics: ἰκμαίνω Low diacritics: ικμαίνω Capitals: ΙΚΜΑΙΝΩ
Transliteration A: ikmaínō Transliteration B: ikmainō Transliteration C: ikmaino Beta Code: i)kmai/nw

English (LSJ)

   A moisten, Nic.Al.112:— Med., δέμας ἰκμαίνεσθαι anoint one's body, A.R.3.847:—Pass., to be wetted, to be wet, Nic.Fr.70.8, A.R.4.1066.

German (Pape)

[Seite 1248] anfeuchten, benetzen; ὅτ' ἰκμήνῃ δέμας ἱὁρώς Nic. Al. 122; θερμοῖς ἰκμανθεῖσαι ἀναζώουσ' ὑδάτεσσι id. bei Ath. IV, 133 d; ἰκμαίνοντο Ap. Rh. 4, 1066; auch med., ἑὸν δέμας ἰκμαίνοιτο, steh anfeuchten, 3, 847.

Greek (Liddell-Scott)

ἰκμαίνω: (ἰκμάς) ὑγραίνω, Νικ. Ἀλεξιφ. 112· - Μέσ., δέμας ἰκμαίνεσθαι, ἀλείφειν τὸ σῶμα, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 847. - Παθ., βρέχομαι, ὑγραίνομαι, Νικ. Ἀποσπ. 3. 7, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1066.

Greek Monolingual

ἰκμαίνω (Α) ικμάς
1. υγραίνω, νοτίζω, βρέχω
2. φρ. «δέμας ἰκμαίνομαι» — υγραίνω το σώμα, αλείφω το σώμα με κάποιο αρωματικό λάδι.