Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰλαδόν

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰλᾰδόν Medium diacritics: ἰλαδόν Low diacritics: ιλαδόν Capitals: ΙΛΑΔΟΝ
Transliteration A: iladón Transliteration B: iladon Transliteration C: iladon Beta Code: i)lado/n

English (LSJ)

[ῑ], Adv., (ἴλη)

   A in troops, Il.2.93, Hdt.1.172 (vv.ll. ἱλ-, εἰλ-): generally, in abundance, κακότητα καὶ ἰ. ἔστιν ἑλέσθαι Hes. Op.287.

Greek (Liddell-Scott)

ἰλᾰδόν: ῐ, Ἐπίρρ., (ἴλη) κατ’ ἴλας, Λατ. turmatim, Ἰλ. Β. 93, Ἡρόδ. 1. 172 (ἔνθα εἰλαδόνκαθόλου, ἐν ἀφθονίᾳ, σωρηδόν, ἀθρόως, τὴν μέν τοι κακότητα καὶ ἰλαδὸν ἔστιν ἑλέσθαι ῥηιδίως, «ὁμοῦ πᾶσαν» (Πρόκλ.). Ἡσιόδ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 285, πρβλ. Buttm. Λεξίλ. ἐν λ. εἰλεῖν 21· - ἴδε ἰληδόν.

French (Bailly abrégé)

adv.
en troupe.
Étymologie: ἴλη, -δον.

Greek Monolingual

ἰλαδόν και ἰληδόν (Α)
επίρρ.
1. κατά ίλες, σε ίλες
2. άφθονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἴλη + κατάλ. τροπ. επιρρ. -δον (πρβλ. αναφαν-δόν, πρηνη-δόν). Ο τ. ἰλαδόν ήταν πιο εύχρηστος για μετρικούς λόγους].

Greek Monotonic

ἰλᾰδόν: [ῑ], επίρρ. (ἴλη), κατά ίλες, σε τάγματα, Λατ. turmatim, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ.· γενικά, σε αφθονία, σωρηδόν, αθρόα, σε Ησίοδ.

Russian (Dvoretsky)

ἰλᾰδόν: (ῑ)
1) толпами, массами (ἐστιχόωντο τὰ ἔθνεα εἰς ἀγορήν Hom.);
2) во множестве, в изобилии (τὴν κακότητα ἑλέσθαι Hes.).

Middle Liddell

[ἴλη]
in troops, Lat. turmatim, Il., Hdt.: generally, in abundance, in a mass, Hes.