Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰοβόλος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἰοβόλος Medium diacritics: ἰοβόλος Low diacritics: ιοβόλος Capitals: ΙΟΒΟΛΟΣ
Transliteration A: iobólos Transliteration B: iobolos Transliteration C: iovolos Beta Code: i)obo/los

English (LSJ)

ον, (ἰός)

   A shooting arrows, τόξον AP6.34 (Rhian.).    II shedding venom, venomous, of animals, Numen. ap. Ath.7.304f, Hdn.3.9.5: Sup., J.AJ17.5.5; ἰοβόλα, τά, venomous animals, Arist.HA607a28; περὶ ἰοβόλων ζῴων, title of work by Philumenus; τὰ τῶν ἰ. ἄκη Philostr.VA3.44.    2 of arrows, poisoned, Orph.H.12.16; αἷμα AP11.237 (Demod.): metaph., ἰ. γένυες, of Momus, APl.4.266.2.

German (Pape)

[Seite 1255] 1) Pfeile schießend, τόξον Rhian. 8 (VI, 34). – 2) Gift auslassend; γένυες Ep. ad. 273 (Plan. 266); Numen. Ath. VII, 304 f; τὰ δήγματα τῶν ἰοβόλων, die giftigen Thiere, Arist. H. A. 8,.29; θηρία Hdn. 3, 9, 10.

Greek (Liddell-Scott)

ἰοβόλος: ῑ, ον, (ἰὸς) ἐπὶ τόξου, τὸ ῥίπτων βέλη, Ἀνθ. Π. 6. 34. ΙΙ. ὁ χύνων δηλητήριον, δηλητηριώδης, ἐπὶ ζῴων, Νουμήν. παρ’ Ἀθην. 304F, Ἡρῳδιαν. 3. 9· ἐν τῷ Ὑπερθ., ἰοβολώτατα τῶν ἑρπετῶν Ἰώσηπος ἐν Ἰουδ. Ἀρχ. 17. 5, 5· ἰοβόλα, τά, δηλητηριώδη ζῷα, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 29, 4. 2) ἐπὶ βελῶν, τὰ βεβαμμένα εἰς δηλητήριον, Ὀρφ. Ὕμν. 12. 16· ἔχιδνα γευσαμένη αἵματος ἰοβόλου, δηλητηριώδους, Ἀνθ. Π. 11. 237· μεταφ., ἰοβόλοι γένυες, ἐπὶ τοῦ Μώμου, Ἀνθ. Πλαν. 4. 226.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. qui lance des traits;
II. qui jette ou lance du venin :
1 venimeux;
2 empoisonné en parl. de traits.
Étymologie: ἰός¹ et ἰός², βάλλω.

Greek Monolingual

(I)
-ον (ΑΜ ἰοβόλος, -ον)
(για τόξο) αυτό που ρίχνει βέλος, αυτό που τοξεύει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰός (II) + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. πυρο-βόλος, σφαιρο-βόλος.
(II)
-ο (ΑΜ ἰοβόλος, -ον)
1. αυτός που χύνει δηλητήριο, δηλητηριώδης, φαρμακερός («ιοβόλοι αδένες»)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ιοβόλα
τα δηλητηριώδη ζώα
3. μτφ. μοχθηρός, συκοφάντης, κακόβουλος
αρχ.
1. (για βέλος) βαμμένο με δηλητήριο ή αυτό που περιέχει δηλητηριώδεις ουσίες, δηλητηριώδες
2. φρ. «Περὶ ἰοβόλων ζῴων» — τίτλος έργου του Φιλουμένου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰός (III) + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. δισκο-βόλος, φυλλο-βόλος.

Greek Monotonic

ἰοβόλος: [ῑ], -ον (ἰός, βάλλω
I. αυτός που ρίχνει βέλη, σε Ανθ.
II. αυτός που χύνει δηλητήριο, δηλητηριώδης, φαρμακερός, λέγεται για τα ζώα, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἰοβόλος: (ῑ)
1) пускающий стрелы (τόξον Anth.);
2) выпускающий яд, ядовитый: τὰ ἰοβόλα Arst. ядовитые животные;
3) отравленный (αἷμα Anth.).

Middle Liddell

ἰ¯ο-βόλος, ον [ἰός, βάλλω
I. shooting arrows, Anth.
II. shedding venom, poisonous, Anth.