Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰοδόκος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἰοδόκος Medium diacritics: ἰοδόκος Low diacritics: ιοδόκος Capitals: ΙΟΔΟΚΟΣ
Transliteration A: iodókos Transliteration B: iodokos Transliteration C: iodokos Beta Code: i)odo/kos

English (LSJ)

[ῑ], ον, (ἰός A)

   A holding arrows, φαρέτρη Il.15.444, Od.21.12, Pittac.Lyr.1: ἰοδόκη (sc. φαρέτρα), ἡ, quiver, A.R.2.679, 3.156,279, AP6.296 (Leon.), 12.45 (Posidipp.): ἰοδόχη, Hsch., Phot.    II containing poison, ὀδόντες ἰ. poison-fangs, Nic.Th.184.

German (Pape)

[Seite 1255] 1) Pfeile aufnehmend, enthaltend; φαρέτρη Od. 21, 12; sp. D., wie Mel. 52 (V, 179). auch ἰοδόκη φαρέτρη, Christod. ecphr. 308. – 2) Gift enthaltend, ὀδόντες Nic. Th. 184.

Greek (Liddell-Scott)

ἰοδόκος: ῑ, ον, (ἰὸς) ἐπὶ φαρέτρας, ἡ δεχομένη, ἡ ἐγκλείουσα ἐν ἑαυτῇ βέλη, φαρέτρη Ἰλ. Ο. 444, Ὀδ. Φ. 12, Πιττακ. σ. 261 Schneidew., κτλ.· ― ὡς οὐσιαστ., ἰοδόκη, ἡ, φαρέτρα, βελοθήκη, ἀμφὶ δὲ νώτοις ἰοδόκη τετάνυστο Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 679, Γ. 156, 259, Ἀνθ. Π. 6. 296· ἢ ἰοδόχη, Ἡσύχ., Φώτ. ΙΙ. περιέχων ἰόν, δηλητήριον, ὀδόντες ἰοδ., δηλητηριώδεις, Νικ. Θηρ. 184.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui contient des flèches.
Étymologie: ἰός¹ et ἰός², δέχομαι.

Greek Monolingual

(I)
ἰοδόκος, -ον (Α)
αυτός που περιέχει βέλη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰός (ΙI) + -δόκος (< δέχομαι), πρβλ. δωρο-δόκος, θυο-δόκος.
(II)
ἰοδόκος, -ον (Α)
αυτός που περιέχει δηλητήριο, ο δηλητηριώδης («ἰοδόκοι ὀδόντες», Νίκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰός (III) + -δόκος (< δέχομαι), πρβλ. ικετα-δόκος, κρεη-δόκος.

Greek Monotonic

ἰοδόκος: [ῑ], -ον (ἰός, δέχομαι), αυτός που υποδέχεται, που εγκλείει μέσα του βέλη, λέγεται για τη φαρέτρα, σε Όμηρ.· ως ουσ., φαρέτρα (ἡ ἰοδόκη), σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἰοδόκος: (ῑ) содержащий стрелы (φαρέτρη Hom., Anth.).

Middle Liddell

ἰ¯ο-δόκος, ον [ἰός, δέχομαι
holding arrows, Hom.: —as Subst. a quiver, Anth.