Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰπνοποιός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἰπνοποιός Medium diacritics: ἰπνοποιός Low diacritics: ιπνοποιός Capitals: ΙΠΝΟΠΟΙΟΣ
Transliteration A: ipnopoiós Transliteration B: ipnopoios Transliteration C: ipnopoios Beta Code: i)pnopoio/s

English (LSJ)

όν, Luc.Prom.Es2, Them.Or.21.256d.

German (Pape)

[Seite 1257] Ofen machend, der Töpfer; Luc. Prometh. 2; Themist. 21.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
qui construit des fours.
Étymologie: ἰπνός, ποιέω.

Greek Monolingual

ἰπνοποιός, -όν (Α)
αυτός που κατασκευάζει κλιβάνους, φούρνους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰπνός + -ποιός (< ποιῶ), πρβλ. αγαλματο-ποιός, υποδηματο-ποιός.

Greek Monotonic

ἰπνοποιός: -όν (ποιέω), αυτός που εργάζεται σε φούρνο, κεραμέας, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἰπνοποιός: ὁ Luc. = ἰπνοπλάθος.

Middle Liddell

ἰπνο-ποιός, όν ποιέω
one who works at an oven, Luc.