Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσανάτολος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ἰσανάτολος Medium diacritics: ἰσανάτολος Low diacritics: ισανάτολος Capitals: ΙΣΑΝΑΤΟΛΟΣ
Transliteration A: isanátolos Transliteration B: isanatolos Transliteration C: isanatolos Beta Code: i)sana/tolos

English (LSJ)

ον,

   A taking the same time to rise, ζῴδια Vett.Val.142.27:—also ἰσ-ανάφορος, ον, ibid., cf. Paul.Al.E.4, S.2.

Greek Monolingual

ἰσανάτολος, -ον (Α)
(για ζώδια και αστέρες) αυτός που ανατέλλει κατά την ίδια χρονική στιγμή, αυτός που χρειάζεται τον ίδιο χρόνο για να ανατείλει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + ἀνατολή.