Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσαστικός

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἰσαστικός Medium diacritics: ἰσαστικός Low diacritics: ισαστικός Capitals: ΙΣΑΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: isastikós Transliteration B: isastikos Transliteration C: isastikos Beta Code: i)sastiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A equalizing, handicapped, στάθμη, in a race, Eust. 1023.5.

German (Pape)

[Seite 1263] ausgleichend, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσαστικός: -ή, -όν, ὁ ἰσάζων, ἦν δὲ καὶ ἰσαστικὴ στάθμη καὶ ἐν θεάτροις τῶν δρομέων Φιλήμ. Λεξικ. Τεχνολογ. σ. 128 ἔκδ. Osann.

Greek Monolingual

ἰσαστικός, -ή, -όν (Μ) ισάζω
(για αγώνα δρόμου) αυτός που ισάζει, που κάνει κάτι ίσο, εξισωτικός.