Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσαῖος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἰσαῖος Medium diacritics: ἰσαῖος Low diacritics: ισαίος Capitals: ΙΣΑΙΟΣ
Transliteration A: isaîos Transliteration B: isaios Transliteration C: isaios Beta Code: i)sai=os

English (LSJ)

[ῑ], α, ον, late poet. form of ἴσος, Nic.Th.360:—ἡ ἰσαία (sc. μοῖρα),

   A equality, ἐπ' ἰσαίῃ Call.Jov.63, cf. Philostr.Jun.Im. 3; τὰ ἰσαῖα (ἰσεα lapis) an equal share, SIG57.10 (Milet., v B.C.).

Greek (Liddell-Scott)

ἰσαῖος: ῑ, α, ον, μεταγεν. ποιητ. τύπος τοῦ ἴσος, Νικ. Θηρ. 360· - ἡ ἰσαία (δηλ. μοῖρα) ἰσότης, Καλλ. εἰς Δία 63, Φιλόστρ. 867.

Greek Monolingual

ἰσαῑος, -αία, -ον (Α) ίσος
(μτγν. ποιητ. τ. του ίσος)
1. ίσος
2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἰσαία (ενν. μοίρα)
η ισότητα
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἰσαῑα
ίση μερίδα.