Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσχνωτικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἰσχνωτικός Medium diacritics: ἰσχνωτικός Low diacritics: ισχνωτικός Capitals: ΙΣΧΝΩΤΙΚΟΣ
Transliteration A: ischnōtikós Transliteration B: ischnōtikos Transliteration C: ischnotikos Beta Code: i)sxnwtiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of or for drying up or reducing, δύναμις Dsc.5.109 (interpol.).

German (Pape)

[Seite 1273] = ἰσχναντικός, Diosc.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσχνωτικός: -ή, -όν, ἔχων τὴν ἰδιότητα νὰ ἰσχναίνῃ, ἰσχναντικός, δύναμις Διοσκ. 5. 126.

Greek Monolingual

ἰσχνωτικός, -ή, -όν (Α) ισχνώ
αυτός που μπορεί να καταστήσει κάτι ισχνό.