Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰτέα

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἰτέα Medium diacritics: ἰτέα Low diacritics: ιτέα Capitals: ΙΤΕΑ
Transliteration A: itéa Transliteration B: itea Transliteration C: itea Beta Code: i)te/a

English (LSJ)

[ῑ], Ep. and Ion. ἰτέη, also ἰτείη (A.R.4.1428): ἡ:—

   A willow, Il. 21.350, Hecat.292 (a) J., Hdt.1.194, PTeb.ined.703.195, etc.; ἰ. λευκή, = Salix alba, ἰ. μέλαινα, = Salix amplexicaulis, Thphr.HP3.13.7.    II wicker shield, target, E.Heracl.376 (lyr.), Supp.695, Tr.1193, Cyc.7, Ar.Fr.65.    III ἰ. δένδρος, = ἵππουρις, Ps.-Dsc.4.46. (Εἰτέα, the Attic deme-name, is a different word; cf ἰτέϊνος, ἰτεόφυλλος; prob. cogn. with Lat. viēre, vīmen, Lith. výti 'twist', 'wind', vytìs 'willow-twig', OE. wipig 'willow'.)

Greek (Liddell-Scott)

ἰτέα: ἴδε ἴτυς ἐν τέλ., Ἰων. ἰτέη, ὡσαύτως ἰτείη (Ἀπολλ. Ρόδ. Δ΄. 1428), ἡ, ἡ ἰτέα, κοινῶς «ἰτιά», καὶ κατὰ τὸ Τουρκ. «σουγιουτγιά», Λατ. salix, Ἰλ. Φ. 350 (πρβλ. ὠλεσίκαρπος), Ἡρόδ. 1. 194, κτλ.· λευκὴ καὶ μέλαινα Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 13, 7. ΙΙ ἀσπὶς ἐκ πλέγματος κεκαλυμμένη μὲ γύψον, δέρμα βοός, ἢ χαλκόν, Εὐρ. Ἡρακλ. 376, Ἱκέτ. 695, Τρῳ. 1193. Κύκλ. 7, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 720. ΙΙΙ. = ἵππουρις, Διοσκ. (ἐν τοῖς Νόθ.) 4. 46 (Πρβλ. ἴτυς, οἶσος, οἰσύα· τὸ ϝ ἀναφαίνεται ἐν τῷ ἴτυς (ἴδε ἐν λ.) ὡς καὶ ἐν τῷ Σανσκρ. vîtikâ (δεσμός, κτλ.)· Λατ. vitex, vimen, vitis, vitta· Ἀγγλο-Σαξον. widde (Ἀγγλ. withy) Λιθ. vitols (ἰτέα, Ἀγγλ. willow)· Ἀρχ. Ὑψηλ. Γερμ. wida (weide): ― ἡ ῥίζα εὑρίσκεται ἐν τοῖς Σανσκρ. vê, va-yâmi (texo), Λατ. vi-co).

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 saule, plante ; osier;
2 bouclier d’osier.
Étymologie: p. *Ϝιτέα ; cf. lat. vimen, vitex.

Greek Monolingual

ἰτέα, ή (ΑΜ)
βλ. ιτιά.

Greek Monotonic

ἰτέα: Ιων. ἰτέη, ἡ,
I. ιτιά, Λατ. salix, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.
II. ασπίδα καλυμμένη με γύψο ή δέρμα βοδιού, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἰτέα: эп.-ион. ἰτέη (ῑ) ἡ
1) ива Hom., Her., Arst.;
2) ивовый щит: ἰ. χαλκόνωτος или κατάχαλκος Eur. ивовый щит, обитый медью.

Etymological

Grammatical information: f.
Meaning: willow (Φ 350), also a shield made of willow (E., Ar.; cf. Trümpy Fachausdrücke 73).
Other forms: ep. Ion. ἰτέη (-εί- A. R. 4, 1428; metr. lengthening?)
Compounds: Comp. ἰτεό-φυλλος adorned with willow-leaves (Halic. IIIa).
Derivatives: ἰτέϊνος of willow (Hdt., Thphr., pap.), ἰτεών willow-forest (Gp.).
Origin: IE [Indo-European] [1120] *uei- bow
Etymology: Formation like πτελέα and other tree-names (Chantraine Formation 92). From a noun parallel with (Ϝ)ί-τυς (from u̯ei- bow) , cf. γιτέα (= Ϝιτέα) ἰτέα H. In the initial length of the Att. deme Εἰτέα one assumes itacistic writing (Fick BB 30, 274; cf. on οἶσος). Further s. ἴτυς.

Middle Liddell


I. a willow, Lat. salix, Il., Hdt., etc.
II. a wicker shield, target, Eur.