Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰυκτής

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἰυκτής Medium diacritics: ἰυκτής Low diacritics: ιυκτής Capitals: ΙΥΚΤΗΣ
Transliteration A: iuktḗs Transliteration B: iuktēs Transliteration C: iyktis Beta Code: i)ukth/s

English (LSJ)

[ῑ], οῦ, ὁ, (ἰύζω)

   A one who shouts or yells: singer, piper, Theoc.8.30, in poet. form ἰυκτά [ᾰ].

Greek (Liddell-Scott)

ἰυκτής: ῑ. οῦ, ὁ, (ἰύζω), ὁ φωνάζων ἢ κραυγάζων, ψάλτης, αὐλητής, Θεόκρ. 8. 30, ἐν τῷ ποιητ. τύπῳ ἰυκτά.

Greek Monolingual

ἰυκτής και ποιητ. τ. ἰυκτά, ὁ (Α) ιύζω
1. αυτός που φωνάζει ή κραυγάζει
2. αοιδός, ψάλτης, αυλητής.

Greek Monotonic

ἰυκτής: [ῑ], -οῦ, ὁ (ἰύζω), αυτός που φωνάζει ή κραυγάζει· επίσης, τραγουδιστής, ψάλτης, αυλητής, σε Θεόκρ.

Middle Liddell

ἰ¯υκτής, οῦ, ἰύζω
one who shouts or yells: also, a singer, whistler, piper, Theocr.