Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰφιγένεια

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἰφῐγένειᾰ Medium diacritics: ἰφιγένεια Low diacritics: ιφιγένεια Capitals: ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Transliteration A: iphigéneia Transliteration B: iphigeneia Transliteration C: ifigeneia Beta Code: i)fige/neia

English (LSJ)

[ῑφ], ἡ,

   A strong-born, mighty, epith. of Artemis, Paus. 2.35.1, Hsch.    II pr. n., Iphigeneia, Agamemnon's daughter, the Homeric Ἰφιάνασσα (but distd. by S.El.158), Stesich.27, etc.; also called Ἰφιγόνη, E.El.1023; Ἶφις Lyc.324. [-είᾱ A.Ag.1526 (lyr.).]

Greek (Liddell-Scott)

ἰφῐγένειᾰ: ἡ ἰσχυρὰ γεννηθεῖσα, ἰσχυρά, ἐπίθετον τῆς Ἀρτέμιδος, Παυσ, 2. 35, 1, Ἡσύχ. ΙΙ. ὡς κύριον ὄνομα, Ἰφιγένεια, ἡ θυγάτηρ τοῦ Ἀγαμέμνονος, ἡ παρ’ Ὁμήρω Ἰφιάνασσα, Στησίχ. 28, Τραγ., κτλ., ἂν καὶ τὰ δύο ταῦτα ὀνόματα διακρίνονται παρὰ Σοφ. Ἠλ. 157: - καλεῖται ὡσαύτως καὶ Ἰφιγόνη, Εὐρ. Ἠλ. 1023· Ἶφις Λυκόφρ. 324. ῖφ-. Ὁ Αἰσχύλ. ἐν Ἀγ. 1526 ἔχει -γενείᾱ, ὡς τὸ ἀνοία ἀντὶ ἄνοια, εὐκλεία ἀντὶ εὔκλεια.

Greek Monolingual

ἰφιγένεια, ἡ (Α)
1. (ως επίθ. της Αρτέμιδος) αυτή που έχει ισχύ από τη γέννηση της, η γεννημένη δυνατή, η ισχυρή
2. ως κύρ. όν. Ἰφιγένεια
η κόρη του Αγαμέμνονος, η ομηρική Ιφιάνασσα, αλλ. Ιφιγόνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἶφι «ισχυρά» + -γένεια (< -γένης < γένος), πρβλ. ηρι-γένεια, καλλι-γένεια].

Greek Monotonic

ἰφῐγένειᾰ: [ῑφ],ἡ (γίγνομαι), αυτή που έχει γεννηθεί δυνατή· ως κύριο όνομα, Ιφιγένεια, κόρη του Αγαμέμνονα, σε Τραγ.· Ἰφιάνασσα, σε Όμηρ.

Middle Liddell

ἰφῐ-γένεια, ης, ἡ, γίγνομαι
strong-born:—as prop. n. Iphigeneia, Agamemnon's daughter, Trag.; called Ἰφιάνασσα by Hom.