Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰφιγένητος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἰφῐγένητος Medium diacritics: ἰφιγένητος Low diacritics: ιφιγένητος Capitals: ΙΦΙΓΕΝΗΤΟΣ
Transliteration A: iphigénētos Transliteration B: iphigenētos Transliteration C: ifigenitos Beta Code: i)fige/nhtos

English (LSJ)

ον,

   A produced by might, πῦρ Orph.Fr.247.28.

German (Pape)

[Seite 1275] mit Kraft erzeugt, poet, bei Euseb. praep. ev. 13, 12, 28.

Greek (Liddell-Scott)

ἰφῐγένητος: ον. ὁ δι’ ἰσχύος γινόμενος, πῦρ Ὀρφ. Ἀποσπ. 2. 28

Greek Monolingual

ἰφιγένητος, -ον (Α)
αυτός που γίνεται, που δημιουργείται με δύναμη, δυνατός («ἰφιγένητον πῡρ», Ορφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἶφι «ισχυρά» + γενητός (< γίγνομαι), πρβλ. αει-γένητος, αυτο-γένητος].