Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰχθυακός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἰχθυᾰκός Medium diacritics: ἰχθυακός Low diacritics: ιχθυακός Capitals: ΙΧΘΥΑΚΟΣ
Transliteration A: ichthyakós Transliteration B: ichthyakos Transliteration C: ichthyakos Beta Code: i)xquako/s

English (LSJ)

ή, όν,= ἰχθυϊκός, ζῴδια,

   A Cat.Cod. Astr.1.160.    II ἰχθυ-ᾰκὴ πύλη, ἡ, fish-gate, Aq., Sm., Thd.Ze.1.10: cf. ἰχθυϊκός

Greek Monolingual

ἰχθυακός, -ή, -όν (Α)
1. ιχθυϊκός
2. φρ. «ἰχθυακή πύλη» — πύλη στην οποία πωλούσαν ψάρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθύς + κατάλ. -ακος (πρβλ. ηλι-ακός, κοιλι-ακός)].