Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱεραφόρος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἱερᾱφόρος Medium diacritics: ἱεραφόρος Low diacritics: ιεραφόρος Capitals: ΙΕΡΑΦΟΡΟΣ
Transliteration A: hieraphóros Transliteration B: hieraphoros Transliteration C: ieraforos Beta Code: i(erafo/ros

English (LSJ)

ὁ,

   A bearer of holy vessels, Plu.2.352b, SIG2754 (Pergam.): ἱεροφόρος, IG9(1).486.16 (ii/i B.C.), Ptol.Tetr.181.

Greek (Liddell-Scott)

ἱερᾱφόρος: -ον, ὁ φέρων τὰ ἱερὰ σκεύη, Πλούτ. 2. 352Β, Συλλ. Ἐπιγρ. (προσθῆκαι) 2384b· ἱεροφόρος, αὐτόθι 1793b.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui porte les objets sacrés.
Étymologie: ἱερός, φέρω.

Greek Monolingual

ἱεραφόρος και ἱεροφόρος, -ον (Α)
αυτός που μεταφέρει ιερά σκεύη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιερά, πληθ. του ιερόν + -φόρος (< φέρω), πρβλ. ζωνο-φόρος, κωνο-φόρος.

Russian (Dvoretsky)

ἱερᾱφόρος: ὁ иерофор, несущий священную утварь (ἱεραφόροι καὶ ἱερόστολοι Plut.).