Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱκετευτέος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἱκετευτέος Medium diacritics: ἱκετευτέος Low diacritics: ικετευτέος Capitals: ΙΚΕΤΕΥΤΕΟΣ
Transliteration A: hiketeutéos Transliteration B: hiketeuteos Transliteration C: iketefteos Beta Code: i(keteute/os

English (LSJ)

α, ον,

   A to be besought or entreated, Luc.Merc.Cond.38.

Greek (Liddell-Scott)

ἱκετευτέος: -α, -ον, ὃν πρέπει νὰ ἱκετεύσῃ ἢ παρακαλέσῃ τις, Λουκ. Μισθ. Συνόντ. 38.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
adj. verb. de ἱκετεύω.

Greek Monotonic

ἱκετευτέος: -α, -ον, αυτός τον οποίον πρέπει να ικετεύσει ή να παρακαλέσει κάποιος, σε Λουκ.

Middle Liddell

ἱκετευτέος, η, ον
to be besought or entreated, Luc.