Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱρός

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἱρός Medium diacritics: ἱρός Low diacritics: ιρός Capitals: ΙΡΟΣ
Transliteration A: hirós Transliteration B: hiros Transliteration C: iros Beta Code: i(ro/s

English (LSJ)

Ion. and Ep. for ἱερός, but also in Att. Poets,

   A v. ἱερός sub fin.: ἶρος, Aeol. for ἱερός.

German (Pape)

[Seite 1262] ή, όν, ion. u. ep. = ἱερός.

Greek (Liddell-Scott)

ἱρός: Ἰων. καὶ Ἐπικ. ἀντὶ ἱερός, ἀλλ’ ὡσαύτως παρ’ Ἀττ. ποιητ., ἴδε ἱερός ἐν τέλει.

French (Bailly abrégé)

ion. c. ἱερός.

Greek Monolingual

(I)
Ἶρος, ὁ (Α)
1. ο Ιθακήσιος επαίτης Αρναίος, που ονομάστηκε έτσι από τους μνηστήρες ως αγγελιαφόρος
2. (ως προσηγορικό) επαίτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Ἶρις, όνομα της αγγελιαφόρου τών θεών].
ἱρός, -ή, -όν (Α)
ιων. και επικ. τ. του ιερός.

Greek Monolingual

(II)
ἶρος (Α)
αιολ. τ. του ιερός.

Greek Monotonic

ἱρός: Ιων. και ποιητ. αντί ἱερός.

Russian (Dvoretsky)

ἱρός: 3, редко 2 ион. = ἱερός.

English (Woodhouse)

ἱρός = holy, consecrated to, hallowed to, sacred to

⇢ Look up "ἱρός" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)