Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱστορία

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ῐ̔στορῐ́ᾱ Medium diacritics: ἱστορία Low diacritics: ιστορία Capitals: ΙΣΤΟΡΙΑ
Transliteration A: historía Transliteration B: historia Transliteration C: istoria Beta Code: i(stori/a

English (LSJ)

Ion. ἱστορίη, ἡ, A inquiry, ἱστορίῃσι εἰδέναι τι παρά τινος Hdt.2.118, cf. 119; ἡ περὶ φύσεως ἱ. Pl.Phd.96a; αἱ περὶ τῶν ζῴων ἱ. Arist.Resp.477a7,al.; ἡ ἱστορία ἡ περὶ τὰ ζῷα Id.PA674b16; ἡ ζωικὴ ἱστορία ib.668b30; περὶ φυτῶν ἱστορία, title of work by Theophrastus; systematic observation or scientific observation, Epicur.Ep.1p.29U.: abs., of science generally, ὄλβιος ὅστις τῆς ἱ. ἔσχε μάθησιν E.Fr.910 (anap.); of geometry, Pythag. ap. lamb.VP18.89: in empirical medicine, body of recorded cases, Gal.1.144; mythology, Ἡσίοδον πάσης ἤρανον ἱστορίης Hermesian.7.22. 2 knowledge so obtained, information, Hdt.1 Praef., Hp.VM20; ὄψις ἐμὴ καὶ γνώμη καὶ ἱ. Hdt.2.99; πρὸς ἱστορίαν τῶν κοινῶν = for the knowledge of public affairs, D.18.144; ἡ τῆς ψυχῆς ἱ. Arist.de An.402a4. II written account of one's inquiries, narrative, history, prob. in this sense in Hdt.7.96; αἱ τῶν περὶ τὰς πράξεις γραφόντων ἱ. Arist.Rh.1360a37, Po.1451b3, Plb.1.57.5, al.; ἐκ τῶν ἱστοριῶν καὶ ἐκ τῶν ἄλλων μαρτυριῶν OGI13.12 (iii B.C.); αἱ Μαιανδρίου ἱ. Inscr.Prien.37.105; κοινὴ ἱστορία = general history, D.H.1.2; ἱστορία Ἑλληνική, ἱστορία Ῥωμαϊκή, Plu.2.119d; restricted by some to contemporary history, Lat. rerum cognitio praesentium, Verr.Flacc. ap. Gell.5.18: generally, story, account, Call.Aet.3.1.7.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1271] ἡ, das Erforschen, bes. durch Anschauung u. Betrachten, die Erkundigung, Untersuchung; oft Her., ἱστορίῃσι φάμενοι εἰδέναι παρ' αὐτοῦ τοῦ Μενέλεω 2, 118, ἱστορίῃσι ἔφασαν ἐπίστασθαι 2, 119; Plut. Sol. 2 Cat. min. 12 u. a. Sp.; – das durch solche Nachforschung u. Untersuchung Erfahrene, Erkannte; Her. 2, 99 μέχρι μὲν τούτου ὄψις τε ἐμὴ καὶ γνώμη καὶ ἱστορίη ταῦτα λέγουσά ἐστι (Erzählung von dem Gesehenen, nach eigener Ansicht u. Beurtheilung), τὸ δὲ ἀπὸ τοῦδε Αἰγυπτίους ἔρχομαι λόγους ἐρέων κατὰ τὰ ἤκουον, letztere also ohne weitere Erforschung u. Untersuchung angenommen; so ἱστορίης ἀπόδεξις 1, 1, ές ἱστορίης λόγον 7, 96; die Wissenschaft, Plat. Phaedr. 244 c; τῆς σοφίας ἣν δὴ καλοῦσι περὶ φύσεως ἱστορίαν Phaed. 96 a; ἡ ἱστορία ἡ περὶ τὰ ζῷα, Naturgeschichte der Thiere, Arist. de part. anim. 3, 14; die Geschichte, ἡ τῶν πράξεωνκαὶ τῶν βίων ἡλικιῶτις ἱστ. Plut. Pericl. 13; οἱ χρόνοι οἱ πίπτοντες ὑπὸ τὴν ἡμετέραν ἱστορίαν Pol. 4, 2, 6.

Greek (Liddell-Scott)

ἱστορία: Ἰων. -ίη, ἡ, γνῶσιςμάθησις δι’ ἐρωτήσεων ἢ ἐρεύνης προσγιγνομένη, ἱστορίῃσι εἰδέναι τι παρά τινος Ἡρόδ. 2. 118, πρβλ. 119· ἡ περὶ φύσεως ἱστ. Πλάτ. Φαίδ. 96Α· καὶ οὕτως ὁ Ἀριστοτέλ. ἐκάλεσε τὸ περὶ ζῴων σύγγραμμα αὐτοῦ, αἱ περὶ τῶν ζῴων ἱστ. π. Ζ. Μορ. 2. 1, 1, κ. ἀλλ.· ἡ ἱστ. ἡ περὶ τὰ ζῷα αὐτόθι 3. 14, 8· ἡ ζωικὴ ἱστ. αὐτόθι 3. 5, 18, κτλ.· καὶ ὁ Θεόφρ. τὸ ἑαυτοῦ σύγγραμμα, ἡ φυτῶν ἱστ.· ἀπολ., ἐπὶ ἐπιστήμης καθόλου, ὄλβιος ὅστις τῆς ἱστ. ἔσχε μάθησιν Εὐρ. Ἀποσπ. 902· περὶ γεωμετρίας, Πυθαγ. παρ’ Ἰαμβλ. ἐν Βίῳ Πυθ. 89. 2) ἡ οὕτω κτηθεῖσα γνῶσις, πληροφορία, Ἡρόδ. 1. 1, Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 16· συνδυάζεται μετὰ τοῦ ὄψις καὶ γνώμη, Ἡρόδ. 2. 99· πρὸς ἱστορίαν τῶν κοινῶν, πρὸς γνῶσιν τῶν..., Δημ. 275. 27· ἡ τῆς ψυχῆς ἱστ. Ἀριστ. π. Ψυχῆς 1. 1, 1. ΙΙ. ἔγγραφος ἔκθεσις τῶν ἐρευνῶν τινος, διήγησις, ἱστορία (σημασία ἧς τὰ πρῶτα ἴχνη ἀνευρίσκομεν ἐν Ἡροδ. 7. 96), αἱ τῶν περὶ τὰς πράξεις γραφόντων ἱστ. Ἀριστ. Ρητ. 1. 4, 13, Ποιητ. 9, 1, Πολύβ., κλ.· - κατὰ τὸν Verr. Fraccus ἡ ἱστορία εἶναι κυρίως διήγησις πραγμάτων ἃ εἶδέ τις ὡς αὐτόπτης, Λατ. rerum cognitio preaesentium. ΙΙΙ. παρ’ Ἐκκλ., ἡ ἱστορική, ἡ κατὰ γράμμα ἔννοια τῆς Γραφῆς, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἀναγωγή Ι, 4, ἀλληγορία. IV. παρὰ Βυζ., ζωγραφική, ζωγραφία.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. recherche, information, exploration;
II. p. suite : 1 résultat d’une information, connaissance;
2 relation verbale ou écrite de ce qu’on a appris, récit ; histoire.
Étymologie: ἵστωρ.

Greek Monolingual

η (ΑΜ ἱστορία, Α και ιων. τ. ίστορίη)
εξιστόρηση, αφήγηση, κυρίως γραπτή, γεγονότων τα οποία αφορούν σε πρόσωπα, έθνη, χώρες ή ορισμένες περιόδους του βίου τών λαών («ιστορία του Βυζαντίου»)
νεοελλ.
1. η επιστήμη που ασχολείται με την έρευνα και την ερμηνεία τών ιστορικών γεγονότων
2. το μάθημα που διδάσκεται στα σχολεία σχετικά με το παρελθόν και τον βίο τών λαών
3. το σχετικό σύγγραμμα
4. διήγηση ενός επεισοδίου που αφορά ένα άτομο, εξιστόρηση του παρελθόντος κάποιου («πες μας την ιστορία σου»)
5. γεγονός, πρόβλημα, υπόθεση συνήθως δυσάρεστη και ενοχλητική (α. «είναι παλιά ιστορία» β. «μού δημιουργεί κάθε μέρα ιστορίες» γ. «αυτή η αρρώστια μού δημιούργησε ιστορίες»)
6. πλαστή διήγηση, μύθος, παραμύθι
7. φρ. α) «φυσική ιστορία» — οι φυσιογνωστικές επιστήμες
β) «ἱερά ιστορία» — η γνώση τών γεγονότων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης
γ) «φιλοσοφία της ιστορίας» — η έρευνα τών νόμων που διέπουν τα ιστορικά γεγονότα
μσν.
1. ιστορική συνέχεια, παράδοση
2. ζωγραφιά, εικόνα
(μσν.- αρχ.)
1. έρευνα, εξέταση
2. γνώση, πληροφορία που αποκτήθηκε από έρευνα
3. η ιστορική, η κατά γράμμα έννοια της Αγίας Γραφής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἴστωρ ή ἵστωρ. Η σημασία του τελευταίου «γνώστης αυτόπτης ή αυτήκοος» έδωσε και την αρχική σημασία του ιστορία «έρευνα, πληροφόρηση», που εξελίχθηκε κατόπιν στη σημασία «αφήγηση γεγονότων, πραγματικών ή φανταστικών» και, τέλος, στη σημασία «επιστημονική και αντικειμενική καταγραφή και κριτική τών πραγματικών γεγονότων και συμβάντων».
ΠΑΡ. ιστορικός
μσν.
ιστοριάζω, ιστοριώδης.
ΣΥΝΘ. ιστοριογραφία, ιστοριογραφικός, ιστοριογράφος, ιστοριογραφώ)
αρχ.
ιστοριογραφεύς
νεοελλ.
ιστοριοδίφης, ιστοριοκρατία].

Greek Monotonic

ἱστορία: Ιων. -ίη, ἡ,
I. 1. μάθηση μέσω έρευνας, αναζήτηση, έρευνα, σε Ηρόδ., Πλάτ.
2. γνώση που έχει αποκτηθεί με αυτόν τον τρόπο, συλλεγόμενη τοιουτοτρόπως πληροφόρηση, σε Ηρόδ.
II. έγγραφη έκθεση ερευνών κάποιου, διήγηση, ιστορία, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

ἱστορία: ион. ἱστορίη ἡ
1) расспрашивание, расспросы: ἱστορίῃσι ἐπίστασθαί τι Her. знать что-л. благодаря расспросам;
2) исследование, изыскание (αἱ περὶ τῶν ζῴων ἱστορίαι Arst.);
3) сведения, данные (полученные от других): ὄψις καὶ γνώμη καὶ ἱ. Her. (личные) наблюдения, (собственные) мнения и (добытые расспросами) сведения;
4) знание, наука: ἡ σοφία, ἣν καλοῦσι περὶ φύσεως ἱ. Plat. наука, которую именуют естествознанием;
5) (тж. ἱ. πραγμάτων Plut.) рассказ о прошлых событиях, историческое повествование, история: ἡ ἱ. τὰ καθ᾽ ἕκαστον λέγει Arst. история говорит об единичном; αἱ τῶν περὶ τὰς πράξεις γραφόντων ἱστορίαι Arst. сочинения историков.

Middle Liddell

ἱστορία, ἡ,
I. a learning by inquiry, inquiry, Hdt., Plat.
2. the knowledge so obtained, information, Hdt.
II. an account of one's inquiries, a narrative, history, Arist.