Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴγνητες

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἴγνητες Medium diacritics: ἴγνητες Low diacritics: ίγνητες Capitals: ΙΓΝΗΤΕΣ
Transliteration A: ígnētes Transliteration B: ignētes Transliteration C: ignites Beta Code: i)/gnhtes

English (LSJ)

ων, οἱ,= αὐθιγενεῖς, Rhodian word, A.D.Pron.56.4 (who derives it, as ἵγνητες, from the Pron. ), Choerob.in Theod.1.161, Hsch.; as pr. n., coupled with Τελχῖνες, Simm.11: sg., EM465.1.

Greek (Liddell-Scott)

ἴγνητες: -ων, οἱ, = αὐθιγενεῖς, Λατ. indigenae, Ροδία λέξις, Ἀπολλών. π. Ἀντων. σ. 330 (ὅστις γράφει τὴν λέξιν μετὰ δασείας, ἵγνητες, ἐκ τῆς ἀντων. ἵ), Χοιροβ. ἐν Α. Β 1118˙ καὶ ἐν τῷ ἑνικ., Ἐτυμ. Μ. 465, 1. - Καθ’ Ἡσύχ.: «Ἴγνητες˙ οὕτως ὠνομάζοντο οἱ μετὰ τοὺς Τελχῖνας ἐποικήσαντες τὴν Ρόδον».

Greek Monolingual

ἴγνητες, οἱ (Α)
(στη Ρόδο) οι αυθιγενείς, αυτοί που εγκαταστάθηκαν στο νησί μετά τους Τελχίνες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εν- (με ι- αντί ε- προ ερρίνου) + -γνητος (< γίγνομαι), πρβλ. κασί-γνητος].

Frisk Etymological English

Grammatical information: pl.
Meaning: αὑθιγενεῖς, inborn (A. D., H.), also as name of the old inhabitants of Rhodes (Simmias 11, H.).
Origin: IE [Indo-European] [373] *genh₁- procreate
Etymology: Fron *ἔν-γνη-τες, comp. of ἐν and γίγνομαι (cf.γνησιος , from *γνη-το- < *gnh₁-to-) with a τ-suffix (Schwyzer 451, Solmsen Wortforsch. 215). (Not with Ehrlich Sprachgesch. 14 (and Schwyzer 613) to the deictic pronoun i- is.)

Frisk Etymology German

ἴγνητες: {ígnētes}
Grammar: pl.
Meaning: αὐθιγενεῖς, Eingeborene (A. D., H. u. a.), auch als N. der alten Bewohner von Rhodos (Simmias 11, H.).
Etymology : Aus *ἔνγνητες, Zusammenbildung aus ἐν und γίγνομαι mittels eines τ-Suffixes (Schwyzer 451, Solmsen Wortforsch. 215). Nicht mit Ehrlich Sprachgesch. 14 (und Schwyzer 613) zum deiktischen Pronomen i- is.
Page 1,708