Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴδεδρος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἴδεδρος Medium diacritics: ἴδεδρος Low diacritics: ίδεδρος Capitals: ΙΔΕΔΡΟΣ
Transliteration A: ídedros Transliteration B: idedros Transliteration C: idedros Beta Code: i)/dedros

English (LSJ)

[ῑ], ον,= ἰδίων τὴν ἕδραν, Did.

   A in D.11.22.

Greek Monolingual

ἴδεδρος, -ον (Α)
(για πολύωρη μελέτη) αυτός που αφήνει ιδρώτα στο κάθισμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ιδ- του ιδίω «ιδρώνω» (ίδος «ιδρώτας») + -έδρος (< έδρα), πρβλ. πολύ-εδρος, πρό-εδρος].