Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴωσις

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ἴωσις Medium diacritics: ἴωσις Low diacritics: ίωσις Capitals: ΙΩΣΙΣ
Transliteration A: íōsis Transliteration B: iōsis Transliteration C: iosis Beta Code: i)/wsis

English (LSJ)

[ῑ], εως, ἡ, (ἰόω)

   A refinement (because freq. due to oxidization of impure substances), χρυσοῦ PMag.Leid.V.6.18, cf. Olymp. Alch.p.94 B., Zos.Alch.p.145 B., al.    2 making of a tincture, ib. p.219 B.

Greek Monolingual

ἴωσις, ἡ (Α)
1. καθάρισμα από πρόσμιξη ή επίδραση ξένων ουσιών («ἴωσις χρυσοῦ», πάπ.)
2. χρωμάτισμα, βαφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰῶ (Ι) «σκουριάζω» — η σημ. της λ. δικαιολογείται από το ότι το καθάρισμα γινόταν με οξείδωση].