Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴωσις

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἴωσις Medium diacritics: ἴωσις Low diacritics: ίωσις Capitals: ΙΩΣΙΣ
Transliteration A: íōsis Transliteration B: iōsis Transliteration C: iosis Beta Code: i)/wsis

English (LSJ)

[ῑ], εως, ἡ, (ἰόω)

   A refinement (because freq. due to oxidization of impure substances), χρυσοῦ PMag.Leid.V.6.18, cf. Olymp. Alch.p.94 B., Zos.Alch.p.145 B., al.    2 making of a tincture, ib. p.219 B.

Greek Monolingual

ἴωσις, ἡ (Α)
1. καθάρισμα από πρόσμιξη ή επίδραση ξένων ουσιών («ἴωσις χρυσοῦ», πάπ.)
2. χρωμάτισμα, βαφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰῶ (Ι) «σκουριάζω» — η σημ. της λ. δικαιολογείται από το ότι το καθάρισμα γινόταν με οξείδωση].