Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἵζω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἵζω Medium diacritics: ἵζω Low diacritics: ίζω Capitals: ΙΖΩ
Transliteration A: hízō Transliteration B: hizō Transliteration C: izo Beta Code: i(/zw

English (LSJ)

imper. ἵζε (not ἷζε) Od.24.394, E.Hec.145 (anap.): impf.

   A ἷζον Il.20.15, E.Alc.946, Ion. ἵζεσκον Od.3.409: aor. εἷσα Il.23.359, Hdt. 3.61, IG3.701, Hymn.Is.5, etc.; imper. εἷσον Od.7.163 codd.; part. ἕσας 10.361, Cyren. acc. ἕσσαντα (v. infr.); inf. ἕσσαι Pi.P.4.273 (the only tenses in Hom.): aor. ἵζησα D.C.50.2, 58.5, etc.: pf. ἵζηκα (ἐν-) Gal.2.691, 15.452, (συν-) Philostr.Im.2.20:—Med., v. infr. 1 and 111, and cf. ἕζομαι.—Mostly in Poets and late Prose, the Att. Prose form being καθίζω: (Redupl. si-sd-ō, aor. (augmented) e-sed-s-, cf. ἕζομαι, ἑδος):    I causal, make to sit, seat, place, set, μή μ' ἐς θρόνον ἵζε Il.24.553, cf. Hdt.3.61; βουλὴν ἷζε Il.2.53; ἵζει μάντιν ἐν θρόνοις A.Eu.18; ὅς μ' ἐπὶ βουσὶν εἷσ' set me over the oxen, Od.20.210; σκοπὸν εἷσε set as a spy, Il.23.359; λόχον εἷσαν laid an ambush, 4.392; εἷσεν δὲ (v.l. δ' ἐν) Σχερίῃ settled [them] in Scheria, Od.6.8, cf. Il.2.549; ἐπὶ χώρας ἕσσαι Pi.P.l.c.; ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἵζειν τοὺς βασιλέας Hdt.6.57; ἕσσαντα ἐπὶ τῷ ὠδῷ having caused (the suppliant) to sit on the threshold, Berl.Sitzb.1927.170 (Cyrene): rare in Trag., σὺ γάρ νιν εἰς τόδ' εἷσας αὔχημ' for thou didst throne her in this pride, S.OC713 (lyr.).    2 later in aor. 1 Med. εἱσάμην, 3sg. εἵσατο IG12(5).615 (Iulis, v B.C., written εσατο), 2.1298.4 (ii B.C.), 1336.1 (ii B.C.):—set up and dedicate temples, statues, etc. in honour of gods, Thgn.12, Hdt.1.66; τέμενος ἕσσαντο Pi.P.4.204; ἕσσατο βωμόν Id.Oxy.408.37: Dor. 3sg. hίσατο IG9(1).704 (Corc., vi B.C.), ἵσσατο ib.4.569 (Argos); 3pl. [ἥ]σσαντο BCH33.171 (ibid., iii B.C.); part. ἑσσάμενος IG4.840.7, 841.23 (Calauria, iii B.C.): Att. part. prob. ἑσάμενος, θυσίας τὰς πατρίους τῶν ἑσαμένων (ἑσσ-, ἐσσ-, εἰσ- codd.) . . ἀφαιρήσεσθε Th.3.58; later εἱσάμενος IG22.1364 (i A.D.), Plu.Them. 22, Thes.17, Pyrrh.1, Luc.Syr.D.1, also Hdt.1.66 codd.: late fut. εἵσομαι ἱερόν A.R.2.807.    II intr., sit, sit down, Il.2.96, 792, etc.; ἷζε ἐν μέσσοισι he sat in the midst, 20.15; ἵζειν ἐς θρόνον Od.8.469, Hdt.5.25; ἐς θᾶκον S.Ant.1000; ἐπὶ θρόνου Il.18.422, cf. Od.17.339; ἐπὶ [λίθοισιν] 3.409; ἐπ' ἄκριας ἠνεμοέσσας 16.365; ἐπὶ κώπην, of rowers, Ar.Ra.199; ἐπὶ κώπᾳ πηδαλίῳ τε E.Alc.441 (lyr.); ἐπὶ τοὺς νεώς Epicr.3.12; νέφεσσι . . Ὀλύμποιο . . ἵζων Ζεύς Pi.Pae.6.93: c. acc. loci, ἵζειν θρόνον A.Ag.982 (lyr.); βωμόν E.Ion1314: c. acc. cogn., ἵ. κλωπικὰς ἕδρας Id.Rh.512.    2 sit still, be quiet, h.Merc.457 (dub.).    3 metaph., sink, εἰς ὀχετὸν ἄτας ἵζοισαν πόλιν sink into... Pi.O.10(11).38; εἰς ἑτέραν ἵζει ἕδραν Pl.Ti.53a.    III Med. in signf. 11, sit, πάροιθ' . . ἵζευ ἐμεῖο Il.3.162; Διὸς . . ποτὶ βωμὸν ἑρκείου ἵζοιτο Od.22.335; ἱσσάμενος ἐπὶ τῷ δαμοσίῳ ἱαρῷ Berl.Sitzb.1927.169 (Cyrene); late fut. εἵσεται Phylarch.44J.: Dor. pres. imper. ἵσδευ Papers of Amer.Sch.at Athens 3 No.437 (Pisidia); lie in ambush, ἔνθ' ἄρα τοί γ' ἵζοντ' Il.18.522; freq. of an army, take up a position, ἵζεσθαι ἀντίοι τινί Hdt.9.26; ἵζεσθαι ἐν τῷ Τηϋγέτῳ, ἐς τὸ Τηΰγετον, Id.4.145, 146; ἐν τῷ Ἰσθμῷ, ἐς τὸν Ἰσθμόν, Id.8.71; of a fleet, Id.6.5: generally ἐς ἱρὸν Ἀφροδίτης Id.1.199; ἐς τὰ πρόθυρα Id.3.140; in Trag., ἐν ἁγνῷ ἵζεσθε A.Supp.224; ἐς θρόνους E.Ion1618: c. acc., ἵζεσθαι κρήνας Id.IA141 (lyr.).    2 of things, settle down, subside, ἡ νῆσος ἱζομένη Pl.Ti.25c.

German (Pape)

[Seite 1244] (vgl. ἕζω, ἕδος), dor. ἵσδω, – 1) setzen, niedersitzen lassen; μή μ' ἐς θρόνον ἵζε Il. 24, 553; so lies't Bekker mit Zenodot. 2, 53 βουλὴν – ἷζε γερόντων, wo Wolf mit Aristarch. βουλή las; ἵζει τέταρτον τόνδε μάντιν ἐν θρόνοις Aesch. Eum. 18; einzeln bei sp. D., wie Ap. Rh. 2, 36. – 2) gew. sich setzen, sitzen; Il. 2, 96. 792; αὐτὸς δ' ἀντίον ἶζεν Od. 14, 79; ἷζεν ἐν μέσσοισι, er saß in der Mitte, Il. 20, 15; ἵζειν εἰς θρόνον, sich auf einen Stuhl setzen, Od. 8, 469; auch ἐπί τι, 16, 365, u. ἐπί τινος, 17, 339. Anders ἵζ' ἐπὶ δεῖπνον, setze dich zum Mahle, Od. 24, 394, wie ἵζω ἐπὶ κώπην, ans Ruder, Ar. Ran. 199; ἐπὶ κώπᾳ πηδαλίῳ τε ἵζει, am Ruder, Eur. Alc. 443; – εἰς ὀχετὸν ἄτας ἵζουσαν πόλιν Pind. Ol. 11, 37; θάρσος εὐπιθὲς ἵζει φρενὸς φίλον θρόνον Aesch. Ag. 982, getroster Muth besetzt, nimmt den Thron ein; εἰς παλαιὸν θᾶκον ὀρνιθοσκόπον ἵζων Soph. Ant. 987; τοὺς ἀδίκους βωμὸν οὐχ ἵζειν ἐχρῆν Eur. Ion 1314, wie ὃν ἵζειν φὴς σὺ κλωπικὰς ἕδρας Rhes. 512; in Prosa, θρόνον, ἐς ὃν ἴζων ἐδίκαζεν, auf den er sich setzte, also auf dem sitzend er Recht sprach, Her. 5, 25; τὰ κοῦφα εἰς ἑτέραν ἵζει φερόμενα ἕδραν Plat. Tim. 53 a. – 31 in derselben Bdtg das med.; ἔνθ' ἄρα τοίγ' ἵζοντο, sie legten sich in Hinterhalt, Il. 18, 522; ἵζευ, setze dich, 3, 162; ἵζου Aesch. Eum. 80; ἐν ἁγνῷ ἵζεσθε Suppl. 221; ἐς θρόνους ἵζου Eur. Ion 1618; mit dem bloßen acc., μήτ' ἀλσώδεις ἵζου κρήνας I. A. 141; ἐν τῷ Ταύγέτῳ u. ἐς τὸν Ταΰγετον, Her. 4, 145. 146; öfter von Soldaten, sich lagern, ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἵζοντο, 8, 71; – sich senken, versinken, ἡ νῆσος ἱζομένη πηλὸν παρέσχετο Plat. Tim. 25 d. – Gewöhnlicher ist bei den Attikern καθίζω. Den aor. ἵζησα haben erst Sp., wie D. Cass. 50, 2; früher, wie in allen aufgeführten Beispielen, kommt nur praes. u. impf. vor.

Greek (Liddell-Scott)

ἵζω: (Δωρ. ἐφίσδω Θεόκρ. 5. 97), προστακτ. ἵζε (οὐχὶ ἷζε) Ὀδ. Ω. 393, Εὐρ.˙ προστ. παθ. ἵσδευ = ἵζου, Ἐπίγρ. ἐν Papers of Am. School at Athens 3. Ἀριθ. 437: παρατ. ἷζον Ἰλ., Εὐρ. Ἰων. ἵζεσκον Ὀδ. Γ. 409: ἀόρ. εἷσα Ὅμ., ἴδε κατωτ. Ι. (οὗτοι εἶναι οἱ μόνοι τύποι παρ’ Ὁμ.): μέλλ. ἱζήσω, (ὑφ-) Κύριλλ.: ἀόρ. ἵζησα Δίων Κ. 50. 2., 58. 5, κτλ. πρκμ. ἵζηκα Γαλην. - Μέσ. καὶ Παθ., ἴδε κατωτ. Ι καὶ ΙΙΙ, καὶ ἕζομαι. - Τὸ πλεῖστον παρὰ ποιηταῖς καὶ μεταγεν. πεζολόγοις, ὁ δὲ πεζὸς Ἀττ. τύπος εἶναι: καθίζω. (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε ἐν λ. ἕζομαι). Ι. μεταβ. ἐνεργείας, καθίζω τινά, κάμνω αὐτόν νὰ καθίσῃ, μή μ’ ἐς θρόνον ἷζε Ἰλ. Ω. 553˙ βουλὴν δὲ πρῶτον μεγαθύμων ἷζε γερόντων Β. 53˙ ἵζειν μάντιν ἐν θρόνοις Αἰσχύλ. Εὐμ. 18: ὁ Ἰω. καὶ ποιητ. ἀόρ. εἷσα εἶναι ἀείποτε μεταβατ. ἐνεργείας, (ὡς ἐν τοῖς συνθέτοις, ἐφ-, καθεῖσα), εἷσεν ἐν κλισμοῖς, κατὰ κλισμούς, ἐπὶ θρόνου, ἐς δίφρον, ἐς ἀσάμινθον Ὅμ.˙ εἷσέ μ’ ἐπὶ βουσί, μὲ ἔταξεν ἐπόπτην τῶν βοῶν, Ὀδ. Υ. 210. σκοπὸν εἷσε, ἔβαλεν, ἐτοποθέτησε σκοπόν, Ἰλ. Ψ. 359˙ λόχον εἷσαν, ἔστησαν ἐνέδραν, Δ. 392˙ εἷσεν ἐν Σχερίῃ, τοὺς ἐτοποθέτησε, τοὺς ἔβαλεν εἰς τὴν νῆσον Σχερίαν, Ὀδ. Ζ. 8, πρβλ. Ἰλ. Β. 549˙ προστακτ. εἷσον Ὀδ. Η. 163˙ μετοχ. ἕσας Κ. 361, Ξ. 280˙ οὕτω παρ’ Ἡροδ., τοῦτον εἷσε ἐς τὸν θρόνον Γ. 61˙ ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἵζειν τοὺς βασιλέας Ζ. 57˙ ἀπαρ. ἕσσαι ἐν Πινδ. ΙΙ. 4. 486˙ σπάνιον παρ’ Ἀττ., σὺ γάρ νιν εἷσας ἐς τόδε, διότι σὺ ἤγαγες αὐτὴν εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον τῆς δόξης, Σοφ. Ο.Κ. 712 (Λυρ.)˙ πρβλ. καθίζω. 2) οἱ μεθ’ Ὅμηρ. συγγραφεῖς μεταχειρίζονται τὸ μέσ. εἱσάμην ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ ἱδρύω, ἐγείρω καὶ ἀφιερώνω ναούς, ἀγάλματα κττ. εἰς τιμὴν τῶν θεῶν, Θέογν. 12, Ἡρόδ. 1. 66˙ ἐν Ἐπιγρ. Κερκύρ. Brugmann, IF. III. 87 ὑπάρχει ὁ τύπος hίσατο, καὶ ἐν Ἐπιγρ. Ἐπιδ. Κ. 138, τὸν δ’ ὑμῖν Βρασίδας ξυνήιον ἵσατο βωμόν. Ἐν Ἀργ. Ἐπιγρ. εὕρηται ἵσσατο Philologus 48. 396˙ μετοχ. εἱσάμενος Θουκ. 3.58, Πλουτ. Θεμ. 22: μελλ. εἵσομαι Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 807˙ - περὶ τοῦ ἐέσατο ἐν Ὀδ. Ξ. 295, ἴδε ἐν λ. ἐφίζω. Ι. ΙΙ ἀμεταβ., καθέζομαι, κάθημαι, Λατ. sedere, Ἰλ. Β. 96, 792, κτλ.˙ ἷζεν ἐν μέσσοισι, ἐκάθισεν ἐν τῷ μέσῳ, Υ. 15. ἕζειν ἐς θρόνον Ὀδ. Θ. 469, Ἡρόδ. 5. 25˙ ἐς θᾶκον Σοφ. Ἀντ. 990˙ ἐς ἕδραν Πλάτ. Τίμ. 53Α. ἴδε κατωτ. ΙΙ ὡσαύτως, ἵζειν ἐπὶ θρόνου Ἰλ. Σ. 422, πρβλ. Ὀδ. Ρ. 339˙ ἐπὶ λίθοις Γ. 409˙ ἐπ’ ἄκριας ἠνεμοέσσας Ξ. 365˙ ἵζ. ἐπὶ τὸ δεῖπνον Ἡρόδ. 6. 57˙ ἐπὶ κώπην, περὶ κωπηλατῶν, Ἀριστοφ. Βάτρ. 199˙ ἐπὶ κώπᾳ πηδαλίῳ τε Εὐρ. Ἄλκ. 441˙ ἐπὶ τοὺς νεὼς ἵζουσι Ἐπικράτης ἐν «Ἀντιλαΐδι» 2. 12. - μετ’ αἰτ. τόπου, ἵζειν θρόνον Αἰσχύλ. Ἀγ. 982˙ ἕδρας Εὐρ. Ρῆσ. 512˙ βωμὸν Ἴων 1314˙ ἴδε κατωτ., ΙΙΙ. 1, καθίζω ΙΙ. 2) κάθημαι ἥσυχος, ἡσυχάζω, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 457. 3) μεταφ., ἵζειν εἰς ὀχετὸν ἄτας, βυθίζεσθαι εἰς..., Πίνδ. Ο. 10 (11). 46˙ εἰς ἑτέραν ἵζει ἕδραν Πλάτ. Τίμ. 53Α˙ ἴδε κατωτ. ΙΙΙ. 2. ΙΙΙ τὸ παθ. εἶναι ὡσαύτως συχν. ἐν σημασ. ΙΙ, κάθημαι, πάροιθ’... ἵζευ ἐμεῖο Ἰλ. Γ. 162. Διὸς... ποτὶ βωμὸν Ἑρκείου ἵζοιτο Ὀδ. Χ. 334˙ ἐνεδρεύω, ἔνθ’ ἄρα τοί γ’ ἵζοντ’ Ἰλ. Σ. 522. - καὶ τοῦτο εἶναι σύνηθες παρ’ Ἡροτ., ἰδίως ἐπὶ στρατεύματος, κάθημαι, λαμβάνω θέσιν, ἵζεσθαι ἀντίοι τινὶ 9. 29, πρβλ. 6. 5, κ. ἄλλ.˙ ἵζεσθαι ἐν τῷ Τηϋγέτῳ ἢ ἐς τὸ Τηΰγετον 4. 145, 146˙ ἐν τῷ Ἰσθμῷ ἢ ἐς τὸν Ἰσθμὸν 8. 71˙ ἐς ἱρὸν Ἀφροδίτης 1. 199˙ ἐς τὰ πρόθυρα 3. 140˙ ἐπὶ τὸν ὄχθον 4.203˙ οὕτω παρ’ Ἀττ., ἐν ἁγνῷ ἵζεσθε Αἰσχύλ. Ἱκ. 224˙ ἐς θρόνους Εὐρ. Ἴων 1618: - μετ’ αἰτ., ἵζεσθαι κρήνας ὁ αὐτ. ἐν Ι. Α. 142. 2) ἐπὶ πραγμάτων, κατακαθίζω, βυθίζομαι, Λατ. sidere, ἡ νῆσος ἱζομένη Πλάτ. Τίμ. 25C, ἴδε ἀνωτ. ΙΙ. 3.

French (Bailly abrégé)

impf. ἵζον, postér. f. ἱζήσω, ao. ἵζησα;
1 intr. s’asseoir : ἐπί τινος, ἐπί τι, ἐπί τινι, ἔς τι, sur qch ; ἐπὶ τὸ δεῖπνον HDT devant le souper, pour souper ; ἐπὶ κώπᾳ πηδαλίῳ τε EUR s’asseoir à la rame et au gouvernail;
2 tr. faire asseoir : τινα ἐς θρόνον IL ou ἐν θρόνοις ESCHL qqn sur un siège ; ἵ. βουλήν IL tenir litt. faire siéger une assemblée;
Moy. ἵζομαι;
1 s’asseoir ἔν τινι sur qch ; avec l’acc. près de qch;
2 se placer en embuscade ; en gén., en parl. d’une armée prendre position : ἔν τινι, ἔς τι, ἐπί τι, dans un lieu, près d’un lieu.
Étymologie: R. Σιδ > Ἱδ, être assis.

English (Autenrieth)

(root ἑδ), ipf. ἷζον, iter. ἵζεσκε: take a seat, sit down, sit still, rest; βουλήν, ‘hold a council,’ ‘session,’ Il. 2.53; mid., like act., of an ambuscade, Il. 18.522.

English (Slater)

ἵζω
   a settle down, subside ἴδε βαθὺν εἰς ὀχετὸν ἄτας ἵζοισαν ἑὰν πόλιν (O. 10.38)
   b sit νέφεσσι δ' ἐν χρυσέοις Ὀλύμποιο καὶ κορυφαῖσιν ἵζων (sc. Ζεύς) Πα. . . [δεξιὰν κατὰ χεῖρα πατρὸς ἵζεαι (sic Σ Hom.: ἡμένη Plut.: καθεζομένη Aristid.: finem verbis laudatis ante ἵζεαι statuerunt edd. vulg.) fr. 146. 3.]

Greek Monotonic

ἵζω: Δωρ. ἵσδω, προστ. ἵζε, παρατ. ἷζον, Ιων. ἵζεσκον, αόρ. αʹ εἷσα (πρβλ. ἕζομαι
I. 1. μτβ., καθίζω κάποιον, τον τοποθετώ, μή μ' ἐς θρόνον ἷζε, σε Ομήρ. Ιλ.· ἵζει μάντιν ἐν θρόνοις, σε Αισχύλ.· Ιων. και ποιητ. αόρ. αʹ εἷσα είναι πάντοτε μτβ. (όπως στα σύνθετα ἐφ-, καθ-εῖσα), εἷσεν ἐν κλισμοῖς, κατὰ κλισμούς, ἐπὶ θρόνου, ἐς δίφρον, σε Όμηρ.· εἷσέ μ' ἐπὶ βουσί, με όρισε επόπτη των βοδιών, σε Ομήρ. Οδ.· σκοπὸν εἷσε, με τοποθέτησε σκοπό, σε Ομήρ. Ιλ.· λόχον εἷσαν, έστησαν ενέδρα, στο ίδ.· εἷσεν ἐν Σχερίῃ, τους έβαλε στο νησί της Σχερίας, σε Ομήρ. Οδ.· προστ. εἷσον, στο ίδ.· μτχ. ἕσας, στο ίδ.· ομοίως, στον Ηρόδ., τοῦτον εἷσε ἐς τὸν θρόνον, στο ίδ.· ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἵζειν τοὺς βασιλέας, στο ίδ.· απαρ. ἕσσαι, στον Πίνδ.· σπανίως, στην Αττ., σὺ γάρ νιν εἷσας ἐς τόδε, γιατί εσύ την έφερες σ' αυτό το σημείο (της δόξας), σε Σοφ.· πρβλ. καθίζω.
2. Μέσ. αόρ. αʹ εἱσάμην χρησιμ. με τη σημασία του ἱδρύω, αφιερώνω, ανεγείρω ναούς, στήνω αγάλματα, κ.λπ. προς τιμήν των θεών, σε Θέογν., Ηρόδ.· μτχ. εἱσάμενος, σε Θουκ.
II. 1. αμτβ., κάθομαι, κάθομαι κάτω, τοποθετούμαι, Λατ. sedere, σε Ομήρ. Ιλ.· ἵζειν ἐς θρόνον, σε Ομήρ. Οδ.· ἐς θᾶκον, σε Σοφ.· επίσης, ἐπὶ θρόνου, σε Όμηρ.· ἐπὶ τὸ δεῖπνον, σε Ηρόδ.· ἐπὶ κώπην, λέγεται για τους κωπηλάτες, σε Αριστοφ.· με αιτ. τόπου, ἵζειν θρόνον, σε Αισχύλ.· βωμόν, σε Ευρ.
2. κάθομαι ακίνητος, παραμένω ήσυχος, ησυχάζω, σε Ομηρ. Ύμν.
III. Παθ., επίσης με τη σημασία II, κάθομαι, πάροιθ' ἵζευ ἐμεῖο, κάθεστε πριν από εμένα, σε Ομήρ. Ιλ.· ενεδρεύω, στο ίδ.· λέγεται για στράτευμα, τοποθετούμαι, παίρνω θέση, ἵζεσθαι ἀντίοι τινί, σε Ηρόδ.· ἵζεσθαι ἐν τῷ Τηϋγέτῳ ή ἐς τὸ Τηΰγετον, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἵζω: (impf. эп. iter. ἵζεσκον; fut. и aor. только поздн.)
1) тж. med. садиться (ἐπὶ θρόνου, ἐς θρόνον Hom.; ἐς τὰ πρόθυρα τῶν οἰκίων, ἐπὶ τὸ δεῖπνον Her.): ἵζε, πέπον Hom. садись, голубчик; ἵζευ ἐμεῖο Hom. сядь со мною; μὴ ἵζου κρήνας Eur. не садись (отдыхать) у источников; μερμήριζε, ἢ Διὸς ποτὶ βωμὸν ἵζοιτο Hom. (Фемий) обдумывал, не сесть ли (т. е. не искать ли ему защиты) у алтаря Зевса; ἐπὶ κώπην ἵ. Arph. садиться (т. е. браться) за весло;
2) сидеть (ἐπ᾽ ἄκριας Hom.; ἐπὶ πηδαλίῳ Eur.): ὁ θρόνος, ἐς τὸν ἵζων ἐδίκαζε Her. кресло, сидя в котором (или садясь в которое Сисамн) творил суд;
3) сажать (τινὰ ἐς θρόνον Hom.; τινὰ ἐν θρόνοις Aesch.);
4) (о совете, совещании) собирать, созывать, устраивать (βουλὴν γερόντων Hom.);
5) тж. med. садиться в засаду, залечь (ἵζεσθαι ἐν ποταμῷ Hom.): ἵ. κλωπικὰς ἕδρας Eur. залечь в засаду, притаиться;
6) med. (об армии) располагаться, размещаться, занимать позиции (ἐν τῷ Ἰσθμῷ и ἐς τὸν Ἰσθμόν Her.);
7) тж. med. опускаться, погружаться (ἵ. εἰς ὀχετὸν ἄτας Pind.): ἡ νῆσος ἱζομένη Plat. осевший (на дно океана) остров (Атлантида).

Frisk Etymological English

Meaning: sit down
See also: s. ἕζομαι.

Middle Liddell

[cf. ἕζομαι
I. Causal, to make to sit, seat, place, μή μ' ἐς θρόνον ἷζε Il.; ἵζει μάντιν ἐν θρόνοις Aesch.:—the ionic and poet. aor1 εἷσα is always causal (as in the compds. ἐφ-, καθ-εῖσα), εἷσεν ἐν κλισμοῖς, κατὰ κλισμούς, ἐπὶ θρόνου, ἐς δίφρον Hom.; εἷσέ μ' ἐπὶ βουσί set me over the oxen, Od.; σκοπὸν εἷσε set as a spy, Il.; λόχον εἷσαν laid an ambush, Il.; εἷσεν ἐν Σχερίηι settled [them] in Scheria, Od.; imperat. εἷσον Od.; part. ἕσας Od.; so in Hdt., τοῦτον εἷσε ἐς τὸν θρόνον Hdt.; ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἵζειν τοὺς βασιλέας Hdt.; inf. ἕσσαι in Pind.; rare in attic, σὺ γάρ νιν εἷσας ἐς τόδε for thou didst bring it to this, Soph.; cf. καθίζω.
2. the aor1 mid. εἱσάμην is used in the sense of ἱδρύω, to dedicate temples statues, etc., to gods, Theogn., Hdt.; part. εἱσάμενος Thuc.
II. intr. to sit, sit down, Lat. sedere, Il.; ἵζειν ἐς θρόνον Od.; ἐς θᾶκον Soph.; also, ἐπὶ θρόνου Hom.; ἐπὶ τὸ δεῖπνον Hdt.; ἐπὶ κώπην, of rowers, Ar.:—c. acc. loci, ἵζειν θρόνον Aesch.; βωμόν Eur.
2. to sit still, be quiet, Hhymn.
III. Pass. also in signf. II, to sit, πάροιθ' ἵζευ ἐμεῖο sit down before me, Il.: to lie in ambush, Il.: of an army, to sit down, take up a position, ἵζεσθαι ἀντίοι τινί Hdt.; ἵζεσθαι ἐν τῶι Τηυγέτωι or ἐς τὸ Τηύγετον Hdt.

Frisk Etymology German

ἵζω: {hízō}
Grammar: v.
Meaning: ‘(sich) setzen, sitzen’
Etymology : Zur Konjugation von καθίζω noch Chantraine BSL 36, 19ff.
See also: s. ἕζομαι.
Page 1,714